Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

[183] Γιάννης Κοντός: Στο γύρισμα της μέρας (Κέδρος, 1992)


www.toposbooks.gr
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ  ΣΕ ΣΤΟΑ


Στα βλέφαρά μου έχω ακόμη
τη Νέα Υόρκη, ένα σκουπιδάκι.
Χρόνια περνάω αυτό το τούνελ.
Μπαίνω έφηβος και στην έξοδο
είμαι γέρος, ή το αντίθετο.
Χιλιάδες μέτρα ταινίας
με τυλίγουν και με ακολουθούν
στη ζωή μου.
Πέρυσι, βαδίζοντας και κοιτώντας
το αργό φως της εξόδου, ήτανε
σαν ξύπνημα με γεύση πικροδάφνης
στον ουρανίσκο και ένα λαιμό
δίπλα μου να πάλλεται.
Πολλές φορές τα σκουπίδια
φράζουν την έξοδο
και βρίσκομαι στην αίθουσα.
Έξω η φωτεινή επιγραφή αναβοσβήνει,
αστυνομικοί πυροβολούν, ακούγεται
σειρήνα. Ο αθώος ληστής κρύβεται
στην κόχη του κτιρίου,
και τα σύννεφα περνάνε μαύρα
και απειλητικά.


* * *


ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΟΨΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ


Δεν μπορεί, τα σκοτάδια και η επαναλαμβανόμενη
ιστορία του προσώπου σου, αυτή η ησυχία
των λέξεων μέσα από τις άγνωστες γωνίες
των χεριών, δεν μπορεί, θα μας σώσουν.
Θέλω να πω ότι είμαστε σε μια σκακιέρα,
όπως στα εξώφυλλα των παλιών αστυνομικών
μυθιστορημάτων. Μέσα στις σελίδες, τις ώρες από
τις δύο έως τις πέντε μετά μεσημβρία, ο πληθυσμός
χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες ή ομάδες:
η μία κάθεται πλάι στο τζάκι και κοιτάζει
τη στάχτη. Η άλλη κοιμάται προσπαθώντας
να εντοπίσει τα όνειρα των άλλων.
Η τρίτη αγναντεύει στη λίμνη του κωπηλάτες
σφυρίζοντας ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού.
Όλοι όμως αναστενάζουν με μαύρο καπνό
για τις εκλείψεις της σελήνης και τη χαμένη
νεότητά τους. Ενώ ο καιρός μπήγει νύχι στο κρέας.
Η πόλη, καφέ από το θειάφι, ξεκουράζεται,
προτού αρχίσει να γυρίζει γύρω από τον άξονά της.
Ο δολοφόνος ανενόχλητος σημαδεύει
το επόμενο θύμα, χαμογελώντας στις κάμερες
της τηλεόρασης. Ενα φως μοβ του σφαγείου
φωτίζει την περιοχή και σπασμένοι καθρέφτες
γύρω αυξάνουν τις εικόνες και την αγωνία
των παρισταμένων.


* * *


ΟΙ ΑΠΩΛΕΣΘΕΝΤΕΣ


Κάθε μέρα στην πόλη μας
χάνονται ένας με δύο γέροι.
Όπως περνάνε το δρόμο,
κάτι τους τραβάει, ένα άλλο
μαγνητικό πεδίο, και πηγαίνουν
αντίθετα από το σπίτι.
Με σκυμμένο κεφάλι,
τσαλακωμένο γιακά,
παραμιλώντας και τρεκλίζοντας
σαν μαγεμένοι, κλείνουν ελλειπτικά
το πλάνο της μέρας και της ηλικίας τους.
Το χιονισμένο φεγγάρι
κρέμεται από πάνω τους,
όχι απειλή, αλλά υπόσχεση.
Το τοπίο κάθεται ήσυχα
στο μάτι τους. Μουσικές
τρέχουν μαζί με νερά.
Προχωρούν λίγο ακόμη
και είναι πια αλλού.
Επιμένουν όμως να μάθουν.
Γυρνάνε τυχαία ένα διακόπτη
και ξεχύνεται μπροστά τους
η Αγία Πετρούπολη, η παλιά,
των μυθιστορημάτων.


* * *


Ο ΑΝΑΤΟΜΟΣ


«Δεν τον φοβάμαι το χρόνο»
μου είπε ο χασάπης
κόβοντας, λιανίζοντας, κρεμώντας.

«Δεν πρόκειται να μείνω στον ουρανό,
εδώ, στα χαμηλά θα κατοικώ για πάντα.»
Με κοιτούσε σκουπίζοντας
τα ματωμένα χέρια
στο άσπρο της ποδιάς.

«Το σπίτι μου είναι κοντά στη λίμνη.
Όλη τη νύχτα ψαρεύω
χέλια και φεγγάρια.»
Τραβάει μαχαιριά
– ευθεία σαν σιωπή –
και αδειάζει την κοιλιά του αρνιού.

«Τα μεσημέρια, όταν βρέχει,
ζωγραφίζω το ίδιο τοπίο.»
Ξεχωρίζει συκώτια από εντόσθια.

«Διαβάζω και ποιήματα.
Μια φορά διάβασα Χαίλντερλιν.»
Του ξέφυγε η καρδιά από τον πάγκο.
Έσκυψε, την πήρε και την κρέμασε
μαζί με τα άλλα.

                                                               Αύγουστος 1989 - Ιούνιος 1992
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου