Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

[17] Θεοφάνης Τάσης: Απογεύματα στον καπιταλισμό (Τυπωθήτω, 2009)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΣΤΟ ΧΩΜΑ»]


ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΟΣ


Μερικές φορές αργά τη νύχτα
τον έβρισκα να πίνει στην κουζίνα
με σβησμένο το φως.

Άραγε ν’ αφουγκραζόταν
τον φλοίσβο της νύχτας
ή έναν Απρίλη;

Δεν έμαθα ποτέ
γι’ αυτό θα κλείσω το ποίημα αθόρυβα
όπως την πόρτα της κουζίνας


* * *


[από την ενότητα «ΒΟΥΤΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΧΕΡΟΝΤΑ»]


ΠΕΡΙ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

                                                οὐδὲ πάνυ νοῦν ἔχοντος ἀνθρώπου
                                                ἐπιτρέψαντα ὀνόμασιν αὑτὸν 
                                                καὶ τὴν αὑτοῦ ψυχὴν θεραπεύειν*
                                                Πλάτων, Κρατύλος 440 c 3-5

Ονόματα δίνουμε σ’ εμάς, στα πράγματα
ακόμα και στους θεούς.

Επρόκειτο για προσφιλή συνήθεια του είδους
όμως τα πράγματα σαπίζουν ή σκουριάζουν
φθείρονται ή καταστρέφονται.
Ακόμα και οι θεοί κάποτε λησμονούνται.

Μόνο τα ονόματα
συνεχίζουν την ατέρμονη πορεία τους
αφήνοντας τις σκιές τους
να πιστεύουν πως ονομάζουν τον κόσμο.

________
* Διότι ο νουνεχής άνθρωπος δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του και
την ψυχή του στα χέρια των ονομάτων (μτφρ. Γ. Κεντρωτής).


*


ΣΤΑΔΙΑ ΩΡΙΜΑΝΣΗΣ


Μερικοί στίχοι
ωριμάζουν με τα χρόνια

το χρώμα τους βαθαίνει
η γεύση τους πλουτίζει

αποκαλύπτουν πολλά
αποσιωπούν περισσότερα

όσο ο ουρανός σκουριάζει
εκείνοι λαμπυρίζουν

ναι, μερικοί στίχοι
ωριμάζουν με τα χρόνια

μολαταύτα και το καλύτερο κρασί
κάποτε γίνεται ξίδι


*


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ


Όταν γυρίσω
θα σας τα εξηγήσω όλα


* * *


ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΑ


Όλα είναι ανοιχτά
τα προβλήματα μιας ενοποιημένης θεωρίας βαρύτητας
τα πόδια της φοιτήτριας τον Ιούλη
η κυανή πόρτα του γηροκομείου
η παλιά πληγή
τα τρία ερωτήματα του Kant
στόματα πεινασμένων
η αγκαλιά της μάνας (για όλους πάντοτε)
τα παράθυρα του πατρικού

                                          ο ορίζοντας
η επανάσταση

όλα είναι ανοιχτά
το αποχαιρετήριο γράμμα στο τραπέζι
μάτια, στην στιγμή του οργασμού
οι πόροι του δέρματος
το μπουκαλάκι με τα χάπια στη γροθιά του αυτόχειρα
τα σύνορα της Ευρώπης (όχι για όλους)
η άκρη του Γαλαξία

                    όλα είναι ανοιχτά

λογαριασμοί, διαβάσεις, διαγωνισμοί, εκβάσεις,
χείλη εραστών, χέρια προσφύγων, παρεμβάσεις
προσφορές, διαπραγματεύσεις, ασφαλώς οι αγορές
κλείστρα όπλων, ενδεχόμενα, καρδιακές αρτηρίες
κελιά φυλακών, αγκαλιές, λάκκοι εκτελέσεων,
βιβλία για να διαβαστούν,
η θάλασσα, η θάλασσα

όλα είναι ανοιχτά
και όλα παίζονται
εδώ, τώρα, αέναα

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

[16] Κική Δημουλά: Ερήμην (Δίφρος, 1958)


www.biblionet.gr
ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ


Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.

Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με μικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.

Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.

Και διαψεύδομαι.


* * *


1η ΑΠΡΙΛΙΟΥ


Ο Απρίλης
—φημισμένος κηπουρός—
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη,
κρυμμένη πίσω απ’ το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

[15] Ανδρέας Παστελλάς: Μεταθανατίως αποσχηματισθείς (Αιγαίον, 1995)


www.poiein.gr
ΤΟΠΙΟ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗΣ ΠΟΛΗΣ
(ΟΔΟΣ ΠΡΟΜΑΧΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ)


Φωτισμένα παράθυρα πολυκατοικιών
σε δρόμο φαρδύ και σίγουρο

σημαιοστολισμένα μπαλκόνια
αραβικές κελεμπίες ν’ ανεμίζουν θριαμβικά

νιαγάρες εργάζονται πυρετωδώς
γεμίζουν βόθρους και παραδεξάμενα

φουκούδες μετά μπαταρίας
σ’ αναπεπτάμενο πεδίο μάχης

μασέλες οκτακύλινδρες
σε ρυθμό
πιστονιών αερόψυκτων μηχανών

ρεψίματα και πορδές

η πολιτεία αγκομαχώντας
καταβροχθίζει την ευτυχία της.

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

[14] Κατερίνα Γώγου: Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών (Καστανιώτης, 1988)


Διονύσης Πετρουτσόπουλος
www.protagon.gr

(7)

...νύχτωνε στον ουρανό...
Και σε δυο περίεργα σύννεφα
που ακίνητα τρέχαν
εγώ ανάμεσα σε δυο διάτρητους «ληστές»
στα φώτα σταυρωμένη


(8)

Μπορεί δίκαια...
Προκάλεσα με πάθος τη ζωή.
Ασέβησα δύο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου


(9)

Τώρα
πληρώνω με ντροπή
Τυφλή
Χωρίς σκυλί
χωρίς ραβδί
διαβαίνω ανάμεσά σας

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

[13] Μάνος Ελευθερίου: Το νεκρό καφενείο (Καστανιώτης, 1997)


www.biblionet.gr
Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΑΓΑΖΙΟΥ


Γυρνώντας από κάποιο θάνατό μου
το κάτι λίγο βλέποντας από τον εαυτό μου
σ’ έναν καθρέφτη μαγαζιού

(αυτό το κάτι που ήταν κάποτε αλλιώς
ή που εγώ το νόμιζα)

είδα πως είχα δυο γκρεμούς στο πρόσωπό μου.
Οι παλαιοί μου τρόμοι πια δεν φαίνονταν.
Το σώμα, όσο κοίταξα, μάλλον ακόμη στέρεο
στο αναμενόμενο χωρίς μορφή και ήχους.

Έχω θάψει πολλές αγάπες και πολλούς φίλους.
Η φωνή τους κι η μυρωδιά τους μ’ ακολουθούν.
Ίσως να ζω το μέλλον μου, ως φαίνεται, αλλά ποτέ
δεν το σκέφτηκα σαν αυταπάτη.


* * *


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΠΙΚΟ


Ξύπνησα μες στα αίματα και κλαίγοντας.
Τα ερημικά φιλιά δε μας υπόσχονταν θανάτους.

Φυσάει πάντα ο πρίγκηψ της Σελήνης.
Τα μπαρ όπου πηγαίνει ερειπώνονται.

Γυναίκα ντύνεται να ψυχρανθεί ο Άδης.

Ω νεότης με τα φτερά σου από χιόνι
πώς λάμπεις κάποτες σαν σκηνικό θεάτρου.

Ο δαίμων της φαντασίας μάς ψιθυρίζει στα γαλλικά
καθώς μας πιτσιλίζουν τα κουπιά και ο βαρκάρης
       κρατά ισορροπία.

Δώστε στους σκύλους το νόμισμα. Δεν είναι κάλπικο.


* * *


ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ


Ανοίγουμε παλιά συρτάρια και το μέλλον έρχεται.
Κοκάλινες πόρπες, ασημένιες αγκράφες, κουμπάκια
       γυάλινα
επισκεπτήρια και λογαριασμοί τηλεφώνου
       (με πόσους μιλήσαμε;)
καρφίτσες και κλωστές και τραπουλόχαρτα
όπως αισθήσεις μιας νίκης και κάποιας άνοιξης
       μέσα στον ύπνο.

Ανοίγουμε παλιά συρτάρια και μπουκαλάκια
       των αρωμάτων
γελάς με τις μόδες μιας εποχής
κεντημένα φορέματα με χάντρες και πούλιες
στο βαθύ ντεκολτέ να πέφτει διπλό περιδέραιο
και στο δωμάτιο το φως κρεμεζί–
       όπως σε κάποιο τραγούδι.

Μένει να εξηγήσουμε για ποιαν άνοιξη μιλάμε
και ποιος εν πάση περιπτώσει μας υποδύεται.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

[12] Γιώργος Δανιήλ: Τα αδιέξοδα και Τα τερπνά (Εγνατία, 1980)


[από την ενότητα «ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ»)


ΟΤΑΝ ΥΠΟΧΩΡΟΥΝ


Όταν υποχωρούν οι μαλακοί ζέφυροι
και με κυκλώνει χάλκινος ύπνος
τότε και πάλι γεύομαι
αυτή τη μελανή κερήθρα
που βάφτισαν μοίρα.

Βλέπω παιδιά ξυπόλητα
να περπατούν στους δρόμους
κρατώντας αδειανά κλουβιά
ενώ βαθιά μέσ' στα χαλάσματα
φτεροκοπούνε τα πουλιά με τρόμο
ξωπίσω τους γατιά λιμασμένα
πιο πίσω οι καρχαρόδοντες σκύλοι
και πίσω πίσω ο άνθρωπος
με τη μαύρη μπαγκέττα.


*


ΜΕΣΑ ΣΟΥ


Παρ’ όλα τα δεινά σου
τα φριχτά σου παθήματα
βρίσκεις καιρό να παίξεις πάλι
τυχερά παιχνίδια.

Βάζεις πάλι σημάδι
το μάτι του ταύρου
ενώ το ξέρεις πως τα σκάγια
θα πλήξουν πάλι
κάπου μέσα σου.


*


ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ ΣΤΟ ΕΠΟΣ


Τούτα τα ψυγεία
είναι σπουδαιότερα απ’ τον Όμηρο,
είπε
και χάθηκε στο διάδρομο
του Πρώτυπου Νοσοκομείου —
θα τον εγχείριζαν στη φτέρνα.

Άνετα τώρα ξαπλωμένος ο Αχιλλέας
χωρίς μετεγχειρητικές επιπλοκές
βλέπει στην τηλεόραση
τον Πόλεμο της Τροίας.

Ακόμα μια βδομάδα δυο βδομάδες
μετά στο σπίτι με τους καναπέδες.

Εκεχειρία στο έπος.


* * *


[από την ενότητα «ΤΑ ΤΕΡΠΝΑ»]


ΜΑΡΟΥΛΙ


Μαρούλι
πράσινη χαρά
με τα πολλά επιστρώματα
πριν απ’ την τρυφερή καρδιά σου.
 

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

[11] Μιχάλης Παπαδόπουλος: Αμμόλιθος (1997)


[από την ενότητα «ΕΠΙΣΚΕΨΗ»]


Πόσες δωρεές
έχεις ακόμα να κάνεις
για να γίνει κοντινό το απλησίαστο
το ελάχιστο για να γίνει πολύ

και συ πίστεψες πως θα κέρδιζες με τη σιωπή
ό,τι έχασες με τα λόγια, κακότυχε

τώρα που πρέπει με βιασύνη να σβήσουμε
παλαιά και μελλούμενα μ' ένα σφουγγάρι
δάκρυα πλυμμένο
καθώς ο ουρανός βγάζει συνέχεια φεγγαράκια
για να παραστήσει κραταιό το ανώφελο

μα κάποτε πρέπει, αγνοώντας δικαίους
και αδίκους,
να ξαναμιλήσουμε για όλα εκείνα

πάνω στο τραπέζι
όλα τα χρειαζούμενα
οι αναφορές, τα χαρτιά, οι υπομνήσεις,
φαίνονται επαρκή αν προστεθεί κι ο πόνος


*


Μια νύχτα
μέσα στον ουρανό του προσώπου σου
τόσο δυνατά γελούσε ο ήλιος
που πέφταν σαν βροχή
τα σάπια δόντια
του σκοταδιού


*


Κάποτε βλέπεις
πως κι η φθορά γίνεται πεντακάθαρη
ακονίζει το δίκιο της στο αμόνι του καιρού
και σε χαράζει


* * *


[από την ενότητα «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ»]


Η ερημιά
ο υλισμός των αγίων

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

[10] Γιάννης Ευσταθιάδης: Κιβωτός (Ύψιλον, 1998)


www.biblionet.gr
FLASH BACK


Σε βαλς υγρό βουτάω
τις παλιές φωτογραφίες
να εμφανιστούν φωνές αγαπημένες
σαν παρελθόν επικείμενο


* * *


ΤΟ ΡΟΛΟΪ


Κοιτάζεται σ’ εμένα
το ρολόι μου
και λέει άργησα

μεταλλικοί οι δείκτες
των χεριών μου
υπαγορεύουνε στο φως
πως όπου να ’ναι νυχτώνει

εκκρίσεις μνήμης    ξυπνητήρι

θυμήσου

όπου να ’ναι νυχτώνει
είναι ζωή σου
           ακριβώς


* * *


ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Τα περιττά πρώτα
να διασώσω

λογαριασμούς παλιούς
που συντηρούν ακόμα
το μετρούμενο
το άδειο βάζο του γλυκού
μ' ένα μικρούλι έμβρυο
επτά χρονών αγόρι
και πιο πολύ αυτό
το τρίγωνο σπασμένο καθρεφτάκι
που απάνω του
το βλέμμα της κρατά
   

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

[9] Θοδωρής Δημητρακόπουλος: Κουκούλα αραχνοΰφαντη (Πλανόδιον, 2011)


ΧΑΣΤΟΥΚΙ


Στον καθένα αναλογεί
ένα χαστούκι
Μικρό, μεγάλο
κυμαίνεται
Πάντως πονάει

Μερικοί παίρνουν
τρία ή τέσσερα
στη θέση αυτών
που πέθαναν πρόωρα.


* * *


Βάπτισμα πυρός
Σκότωσα τον παπά
και τον νονό μου.

Με την λαμπάδα.
 

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

[8] Άγγελος Κούρος: Κόφτες (Τυπωθήτω, 2008)


www.youtube.com
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ


Όλη τη νύχτα στο κρεβάτι άλλαζε συνέχεια στάσεις
χέρια ψηλά, πόδια ανοιγμένα
σε πλάγια θέση και με τα χέρια κλειστά
πόδια λυγισμένα και το κορμί σε ευθεία θέση
κάθετα ή λίγο οριζόντια κάποιες φορές
όσο όμως πλησίαζε η αυγή έπαιρνε σιγά-σιγά
την ίδια ακριβώς στάση
κατέβαζε λίγο τα πόδια
άνοιγε ένα-ένα τα χέρια
γύρναγε το κορμί μπροστά
ώσπου το ξυπνητήρι πια τον έβρισκε ανάσκελα
με τα πόδια κολλητά και τεντωμένα προς τα κάτω
και με τα χέρια ανοιγμένα στα πλάγια
ένας ολοκαίνουργιος Εσταυρωμένος
όχι για κανένα παράδεισο μπροστά
μα κατευθείαν
για την επόμενη εργάσιμη μέρα.


* * *


ΑΛΛΗ ΜΙΑ


Η νύχτα δεν έχει μεγάλα δέντρα
διακλαδώσεις, υπόγειες αποφύσεις, συστάδες και
αλέες
και ρομαντικά φύλλα στους δρόμους

η νύχτα έχει ένα νταμάρι
κομμάτια πέτρες, σκαμμένα βράχια και
υγρές στοές και
τρύπες
γεμάτες μπαρούτι

κάποιες φορές
δεν ξέρουμε αν μόλις ανάψαμε το τσιγάρο μας
ή το μακρύ φιτίλι του δυναμίτη.


* * *


ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ


Μ’ αρέσουν στο κέντρο της Αθήνας
οι παλιές πολυκατοικίες
του μεσοπολέμου
αυτές, που όταν βρίσκονται σε γωνία, τα μπαλκόνια τους
δε σχηματίζουν μύτη αλλά
μεγάλες συμμετρικές καμπύλες

μ’ αρέσουν γιατί θα μπορούσα
να τις αγκαλιάσω.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

[7] Γιώργος Χριστοδουλίδης: Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης (Φαρφουλάς, 2013)


farfoulas.blogspot.com
ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ


Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.


* * *


ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ


Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.


* * *


ΕΞΟΔΟΣ


Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.