Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

[108] Νικόλας Νησίδης: Θάλασσα στο διηνεκές (Πλανόδιον, 2009)


ΕΝΑ ΠΙΑΝΟ


Ένα πιάνο στο διάστημα αιωρείται
έγινε ο σολίστας απλός κρούστης πλήκτρων
κανένας ήχος δεν ακούγεται
μόνο φαντάζομαι, φαντάζομαι πόσο εύηχα
πόσο πρωτότυπα
θα έπαιζε ένα μοτέτο του Μπαχ
ή μια καλλίμουση σονάτα του Σκαρλάτι

Ένα πιάνο που δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό
παρά τη βουβή αυτοσυντήρησή του
εξακολουθεί να αιωρείται όσο το ακούω
ή όσο φαντάζομαι πως το ακούω
ο σολίστας γέρνει και το ακουμπά με τη μύτη
αφουγκράζεται τη μυρωδιά του
και γεύεται τις κρούσεις
τις μεταφράζει σε νότες αγνοώντας το κενό

Αγνοώντας τις χαράδρες της έμπνευσής του
ίπταται, φτάνει τον ήλιο. Φωτιά.
 

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

[107] Γιώργος Καλοζώης: Πρώτη δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου (1998)

wikimedia.org
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ


Τα χείλη μου είναι
τα σωσίβιά μου
τις αναπάντεχες νύχτες
όταν ακούω τους
τριγμούς του καταστρώματος
η ίσαλος γραμμή
όταν χορεύει δίχως
λόγο
όχι από τρικυμίας
ταρακούνημα όχι από
καθέλκυσης ή εμβολισμού
το ταρακούνημα
όχι επειδή κήτος
τρόπον τινά έπαθε
σκοτοδίνη
όταν λοιπόν ένας
υποθαλάσσιος σεισμός
ανεβοκατεβάζει σα
να ’ναι πάνω σε
τραμπολίνο αυτό το
νεκρό δάσος των ξύλων
κι ένα ρίγος με διαπερνά
και καγκελώνει τις
τρίχες μου και μια
δύσπνοια με καταλαμβάνει
ένα λαχάνιασμα του
μαραθωνοδρόμου που
μπαίνει επιτέλους στο
κατάμεστο στάδιο
κατάμεστος κι αφόρητος
από τον πόθο του
πέφτει μπορεί κι
εντούτοις ξανασηκώνεται
τα χείλη μου είναι
τα σωσίβιά μου
όταν ο πλοίαρχος
διαβάζοντας τον παίρνει
ο ύπνος και το
κερί του πέφτει στο
πάτωμα φλόγα πάνω
στο ξύλο όπως άντρας
πάνω σε γυναίκα
η σειρήνα βουίζει
ο ατμός μέσα από
τις χαλασμένες σωληνώσεις
ξεχύνεται
όταν τα πυροσβεστικά
μέσα δεν αρκούν και
δεν ωφελούν όταν οι
σωσίβιες λέμβοι δεν
μπορούν να σώσουν
τον καθένα πιο σπουδαίο
από τον άλλο
όταν οι φωνές ανακατεύονται
με παραγγέλματα βαρήκοα
και κραυγές
όταν το χριστουγεννιάτικό
μας καράβι
ερεθισμένο απ’ τη φωτιά
αρκετά λάμπει
σαν αστεράκι
τα χείλη
η καβλωμένη γλώσσα μου
τα μόνα σωσίβια
που διαθέτω


* * *


ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ


Από ένα κατάστημα
παιγνιδιών ναύλωσα
κατακόκκινο
μικρό καράβι
με μια μικρή
μπαταρία μπέρεκ
και μια μικρούτσικη
προπέλα που μου
γαργαλάει τα δάχτυλα
μ’ αυτό το πλεούμενο
θα πάω να βρω
εκείνην που αγαπώ
κι ας είναι τα στοιχεία
συμπαθητικά
κι η θάλασσα ελαιόλαδο
κι οι Τούρκοι σκοποί
με τ’ ακούραστα όπλα
ας κοιμηθούν προσωρινά
γιατί εκείνη με περιμένει
κάπου στις Κλαψίδες
εδώ και τόσον άπληστο καιρό
θα με καταλάβει
από τα μάτια που
δεν αλλάζουν ποτέ
θα την αναγνωρίσω
όπως το φίδι
που ξεχωρίζε απ’ όλα
τ’ άλλα το δέντρο του
θα σκύψω και
θα φιλήσω όπως
το ψάρι την τροφή
τους αρμυρούς της
αστραγάλους, και θα
μου πει μα δε
θα μου πει
και θα της διηγηθώ
καθώς ο ήλιος
το μελάτο αυτό αυγό
θα μπαίνει μέσα
από τις ψάθες
ο ένας απέναντι στον
άλλο όπως ο δάσκαλος
κι ο μαθητής
ο ένας δίπλα στον
άλλο όπως η μάνα
με το παιδί
ο ένας πάνω στον άλλο
όπως οι εραστές
φωνήεντα φράσεις
θα της πω
κατασπαραγμένες ειδήσεις
από έναν
κατακερματισμένο κόσμο


* * *


Ο ΡΑΦΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ


Πώς τον ηλεκτροπλήττουν
ακόμη και οι κοινές
χειραψίες τα τυχαία αγγίγματα
μέσ’ στους δημόσιους χώρους
ίσως να του θυμίζουν
το μεταλλωρύχο γυναικολόγο
και τα χτυπήματα της
τσάπας του
που ενώ ήταν αιώνιος κι
αγέννητος ο άθλιος εκείνος
το σκακιστικό ρολόι πάτησε
της αντίστροφης μέτρησης
χαμένος χαμένον θα κερδίζει
από τώρα και στο εξής
Όμως η μοίρα ξέρει
να στήνει και να κουνά
τις ψυχικές αιώρες
να νανουρίζει τους ανείπωτους
πόνους

Έξοχα τώρα ψαλιδίζει
τις παραμορφώσεις
ξέρει καλά να κρύβει
τους λυγισμένους ώμους
τις κοιλιακές φυγές
στήνει εμπρός σ’ ολόσωμους
καθρέφτες τους προσωπικούς
χρόνους των πελατών του
παίζει μ’ αυτούς
τους κανακεύει
με τους σίφωνες των χεριών
τους ζαλίζει
με την ταχύτητα των
δαχτύλων του
τους αποκοιμίζει
είναι γρηγορότερος από
τα δευτερόλεπτα τα λεπτά
και οι ώρες μοιάζουν
κυρτωμένες γριές κάτω
από τις ριπές της
ραπτομηχανής του
κόβει με τη μεγάλη
ψαλίδα κι όταν κάποτε
συλλογάται αφηρημένος
μπορεί να κόψει απρόσεκτα
κάμποσο νέφος
λίγο που προεξέχει στον
ορίζοντα βουνό
χαρίζει την τάξη με
τα σύνεργά του
αγανακτισμένοι γονείς φέρνουν
σ’ αυτόν τα ανυπάκουα
παιδιά τους
τοπογράφοι τον συμβουλεύονται
συγκοινωνιολόγοι για τις
καλύτερες ευθείες
κι αυτός ακούραστα ενσωματώνει
στα σχέδια του τις εξοχές
και τις υπαίθρους
κάποιος του ζήτησε λίγο
βυθό επάνω στο πέτο
ράβει κουμπιά κοχύλια
ψαράδες θέλουν αντί για
τσέπες να τους βάλει δίχτυα
ένας μεγάλος βασιλιάς παράγγειλε
για στέμμα να του φτιάξει
την Κωνσταντινούπολη
τοποθετεί όλους τους πόθους
ακόμη και τις κλίσεις
τις παρεκκλίσεις ορατές μόνο
για εκείνους που ενδιαφέρονται
κι όταν έρχεται η μέρα
να κοινωνήσει ο πελάτης
το ρούχο
αρχίζει μια ιερατική τελετουργία
έρχονται από τα γύρω
μαγαζιά φίλαθλοι του έργου
του πολλοί
κι ο πιο μικρός του βοηθός
τυμπανίζει την επερχόμενη
παρέλαση των ρούχων του
από τα κοστούμια τα
φρεσκοραμμένα ορισμένα
ντροπαλά πεισμώνουν δε
θέλουν να βγουν στη δημόσια
θέα
τα μαλώνει κάποτε ένα
χαστουκάκι είναι απαραίτητο
κατόπιν τα παίρνει ο
ευτυχής πελάτης
ανθρωπινότερος τώρα απ’ ό,τι
ήταν πριν καλοσυνάτος
ο πελάτης αγαπά τον
κόσμον όλον κι ο κόσμος
ο συγκεντρωμένος από πάνω
κι από κάτω κι από παντού
φωνάζει ΑΞΙΟΣ ΑΞΙΟΣ
ο μέτοχος του κόσμου ετούτου
και του άλλου
ο ράφτης δημιουργός

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

[106] Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης: Οι αγνωστικισμοί της Harley Davidson (Οδός Πανός, 2000)


www.gavrielidesbooks.gr
ΤΑ ΟΣΑ ΑΝΕΠΙΝΟΗΤΑ ΤΗΣ H.D.


Και όσα αργούν ή αφανώς υπάρχουν
Καιρός να εφευρεθούν

Και όσα υποδοριούν στα μη εννοήσιμα
Καιρός να επινοηθούν

Ας γίνει κατανοητό τίποτε δεν τελειώνει
Με τα ήδη αποκαλυφθέντα κι εύπεπτα

Υπάρχει χώρος για πολλά ακόμη
Κι αν η φθασμένη φαντασία δεν αρκεί
Υπάρχουν περιθώρια να επινοηθεί μια δυνατότητ’ άλλη
Αρκεί να μην προϋποτεθεί ως αναγκαστικά κατανοήσιμη
Ως επί τω αυτώ λυσιτελής και οικεία

Λέγεται συχνά σ’ ετούτον τον αιώνα
Ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί
Τούτο ισχύει για τα ήδη γνώριμα
Για όσα διαφεύγουν απ’ την εμπειρία μας
Πρέπει να επινοηθούν άλλοι τρόποι άλλες αρχές
Κι η γλώσσα
Τ’ όποιο όργανο μετάδοσης γίνει δεκτό
Θα λέει για όσα δεν έχουν ειπωθεί άλλα λόγια
Μη ειπωμένα διανοήματα αυτοψίες άλλες
Άλλα αλάλητα
Διανοήματα μήποτε λαληθέντα

Άλλως λόγος να γίνονται προσλήψιμα
Αυτά που είναι μεταδόσιμα
Δεν βλέπω να υπάρχει
Μόνο τα νεύματα η κίνηση
Ή και η μη κίνηση
Τ’ αδιάθετο θα λέει σιωπώντας

Ανάγκη να κλονισθεί η αυτάρκεια του λόγου
Γιατί δεν ιδιοτελεί η ευρύχωρη άποψη του κόσμου


* * *


ΟΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ H.D.


Μορφάζει μαύρα πουλιά θανατερά
Με λαύρου γέλιου νεύμα Επαιτεία θαύματος

Να λάμψει ο κόσμος σαν περίληψη σαγήνης
Οτέ μεν Οτέ δε φρικαλέου Οράματος

Φωνή βομβίζει φώνημα Άλαλο
Πειράται ν’ αρθρωθεί φθόγγος Απρόφερτος

Ούτε κραυγή λαλούσα αλί του Τέλους
Αλάλητη τεχνολογεί αραβούργημα

Τροχαίου τα λόγια θύματα
Αναπολογητό λαλούνε λόγο Ως επειράθη
Να λαληθεί ατεχνολόγητη Ουτοπία

Πού ψάχνει το τι λέγεται
Κι όχι το Πώς; Τι να κινήσει
Πάρεξ απώλεια τριγμών ξυλάρμενου τοπίου

Απ’ του κενού το Έλεος
Εκπίπτει στου κενού το Κάτι.


* * *


ΑΠΟΓΕΙΩΣΕΙΣ


Το κενό κατέχει όλο το χώρο δεν σωπαίνει
Ανάγεται σ’ επίκτητες οντολογίες όπως
Δίχως το φως δεν είσαι ούτε η σκιά σου
Το σύμπαν σου απαιτεί τη συγκατάθεσή σου να υπάρξει

Απ’ το ποτάμι των λυγμών δεν θα λείψει το δικό σου δάκρυ
Όχι γιατί έτσι πρέπει να συμβεί
Αλλά σαν κάτι που κρύβει και σημαίνει κάτι
Όπως τα πρέπει εμάς συνθέτουν και τους άλλους
Εργαλειοδοτούνε την αλήθεια και το ψέμα
Ποιο οδηγεί στο άλλο ποιο στ’ ανάπαλιν
Ενώ κατατρύχονται από αμοιβαίες επιφυλάξεις

Βλέπουμε συνήθως στις σχέσεις ό,τι έχουν δείξει άλλοι
Αν φαίνεται κάτι άλλο είναι ότι δεν φαίνεται
Και καλλιεργείς μύθους φυτώρια
Να στηρίξεις τα πράγματα μη γκρεμιστούνε

Κάθε στιγμή κρύβει οδύνη
Και διαπιστώνεις πως μόνο ο πόνος
Μιλάει μια νέα γλώσσα

Ευτυχώς η ρητορική των χειραφεσιών δεν επιτρέπει
Να μην αυτοαναιρεθούμε με ολέθριο τρόπο

Απόλυτη αλήθεια ψέμα απόλυτο
Σχήματα καλλιλογικά σχήματα πόνου

Συνθήκη αναγκαία να συναναστρεφόμαστε
Τους δολιοφθορείς μας

Οι άνθρωποι επιζητούν τις έννοιες
Προωθώντας την αυτοαναίρεσή τους

Κανίβαλοι που δειπνούν τα λείψανά τους

Δεν είναι αλαζονεία να κρατηθείς σε ένα όριο
Πέρα από τη σαγήνη των πραγμάτων
Μαριονέτα σε χέρια που είναι χέρια σου
Όπως το δημιούργημά μας ο δημιουργός μας
Τ’ ολέθριο προηγούμενό μας
                                        ΜΑΘΕ
Τα φτερά τάχουμε να πετάμε χαμηλά μην τσακιστούμε

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

[105] Κώστας Χριστοφιλόπουλος: Ποιήματα 1981-1991 (Ζαχαρόπουλος, 1992)


[από τη συλλογή «ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ - 1991»]


ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ


                                       στον Βαγγέλη Κάσσο

Το ραδιόφωνο να παίζει λαϊκά
και ’μεις να μιλάμε για πένθιμες σερενάτες.

Κάτω τα βράχια
με τα υπολείμματα των χαμένων ερώτων
και το θέατρο του δήμου σκοτεινό.

Το δικό μας θέατρο να φωτίζεται
από κίτρινα λαμπιόνια
και τα γκαρσόνια να πηγαινοέρχονται
με τα ποτά.

Μη μου μιλάς για τα χρώματα
μη μου μιλάς για τον κόσμο.
Ας κοιτάξουμε να βγάλουμε
και τούτη τη νύχτα χωρίς να τη μολύνουν
τα όνειρα του χθες.
Εγκυμονούνται
απρόοπτες και γερασμένες μέρες
κι εμένα με βασανίζει ένα ποίημα
που δεν είναι ποίημα
αλλά το τρύπιο παντελόνι του πατέρα
καθώς γυρνούσε στο μισοσκόταδο
εκείνες τις πικραμένες νύχτες του ’60.


* * *


[από τη συλλογή «ΤΡΑΒΩΝΤΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ - 1987»]


ΙΣΤΟΡΙΑ


Συρματοπλέγματα τυλίγουν το σώμα μου
γραμμές απαγορευμένες.

Η άμμος πέφτει
γεμίζοντας το χάσμα του κόσμου.
Κολόνες και θάνατος.
Αψίδες και θάνατος.

Πάνω στα μάρμαρα της μνήμης
φύτρωσε ένας υάκινθος.


*


ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ


Γιατί οι νύχτες δεν ήταν μόνο
τα διαλείμματα του μόχθου.
Ήταν και μερικές δοκιμές
να συνηθίσουμε την ιδέα του θανάτου.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

[104] Νίκος Γρηγοριάδης: Τα μέτρα και τα σταθμά (Κώδικας, 1983)


logoskaitexni.blogspot.com
[αποσπάσματα]


Πίσω ψηλά στο ματωμένο σκοτάδι
         το βουητό του δάσους
         κι οι αντιλαμπές της φωτιάς
         στα ζαρωμένα μέτωπα των βουνών
         με τις βαθιές
                       πανικόβλητες
                                        χαράδρες.

Πάγος γυαλί
         τα ούρα της τρομαγμένης σελήνης
         στο μήκος του δρόμου
         πάνω στις αιχμηρές πέτρες
         και το κροτάλισμα των τροχών
         στα γυμνά
                     παγωμένα
                                 σαγόνια.


*


Ο χρόνος κουβαλά στους ώμους
         τη ροη των μεγάλων αποφάσεων
         μέσα από τους μεγαλωμένους ίσκιους
         που οδηγούν σιωπηλά το μετανάστη ουρανό
                                     πάνω στη Γη.

Δένονται οι χορδές των εγκωμίων
         και τονίζονται μέσα στον έναστρο Μάη
         που υφαίνει το λάσιο στήθος
                  το πλατύ των πεδιάδων.

Στις πτυχές των βουνών
         τα βλέφαρα της μέρας
         που σκύβει
                     στις πέτρινες γούρνες
                                                 των νερών.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

[103] Χρήστος Αργυρού: Κατάδυση στο χρόνο (2008)


www.facebook.com
ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΒΡΑΔΥ ΕΡΧΟΤΑΝ


Κάθε που βράδυ ερχόταν
και τελευταίος έλεγε το καληνύχτα στο γέρο κάπελα
σαλπάριζε στον ύπνο του
με χαμηλό και βρώμικο ντιβάνι
κι ερχόταν η καλή που γνώρισε
με τα λογής λογής παιχνίδια κι επινοήσεις των σωμάτων για ηδονή.

Και το πρωινό σαν γύριζε
κι ο ήλιος κακομούτσουνος του θύμιζε
πως όλα είναι μπαούλο, που προσδοκάς γεμάτο λίρες και κωνσταντινάτα,
μα ’ναι άδειο σαν ανοίξει,
για το καρνάγιο βαρύς επροχωρούσε,
μα ’χε στα μάτια και στο στόμα τα φιλιά
και τ’ άρωμα στα πόρτα τα βαθιά του Μαρμαρά και του Αιγαίου.


* * *


ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ


Τουλάχιστον οι αρχαίοι
σοφιζόντουσαν
ρομαντικότερες προφάσεις
στους πολέμους των.
Την ομορφιά σου Ελένη
στο Ιράκ
αντικατέστησαν
με όπλα μαζικής καταστροφής
οι Αμερικάνοι.

                                                    Ιανουάριος 2003

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

[102] Φίλιππος Β. Ντυμένος: Στον καθρέφτη (2003)


από το βιβλίο
Γέλιο των οριζόντων
Γέλιο στο μάτι της καρδιάς στου σπλάχνου την επιδερμίδα
Γέλιο στο χνούδι του αυτιού στο νύχι του μεγάλου δαχτύλου
Γέλιο στο κατρακύλι που σπρώχναμε παιδιά
ο κόσμος σιδερένια βέργα στρογγυλή
Γέλιο χαμόγελο ο ουρανός


* * *


Στεγνώνω τα κουπιά μαζεύοντας απ’ το κορμί το αλάτι
και με την μπίλια του κόσμου στο μέτωπο ξαναβουτάω
στην θάλασσα
 

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

[101] Γιάννης Λειβαδάς: Παράρτημα εύκρατης συγκίνησης (Ίνδικτος, 2003)


www.bilbionet.gr
ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ
ΑΝΕΜΙΖΕΙ ΤΟ ΤΡΟΜΕΡΟ ΑΣΠΡΟ ΤΟΥ


Το ξημέρωμα ανεμίζει το τρομερό
άσπρο του μαντήλι αντίο
για πάντα μικρά κορίτσια
περνούν το δρόμο μοιάζουν με δάφνες
των νεκροταφείων,
με κάνουν να πιστέψω πως κάτω
απ’ τα πεσμένα φύλλα
υπάρχουν της ποίησης οι παγίδες
και μόνο πεσμένα φύλλα έχω
στη μνήμη μου –
ο ταχυδρόμος έφερε του μύθου συστημένα
τ’ αποτσίγαρα, το στήθος μου σκλήρυνε
σαν άδειο μπουκάλι του τζιν
η πόρτα μου
ορθάνοιχτη στ’ όνειρο μπάζει
τη φρίκη των ιδρυμάτων και τον θόρυβο
των πόλεων – από παιδί πίστευα
στου χρόνου τις μαγείες και τώρα πίστη
κρατώ στη στιγμή που αθόρυβα
αιωρούμαι – οι ποιητές
δεν έχουν φωνές αγγέλων,
κατάλαβε, μόνο στουπιά για να
κρατούν το αίμα, κρατώ στο χέρι
μια άχρωμη μελλοντική
ανθοδέσμη ο κόσμος είναι
γεμάτος λεκέδες, τι θ’ απογίνει
με τούτη την πραγματικότητα,
η ανθρωπότητα καλλιεργεί
μουντά εργοστάσια
ψηφιακή τεχνολογία
καρδιές για πέταμα
και πνευματικά
ορφανοτροφεία.


* * *


ΕΩΘΙΝΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΡΕΝΕ ΣΑΡ


Για μια φορά ακόμα ο πρεζάκιας ζογκλέρ
έπαιζε με τις διφορούμενες μπάλες
ανάμεσα στα κεφάλια μας με την προγενέστερη
εμπειρία του θανάτου κι εμείς άφωνοι
με τα σημάδια του φυγάδα σ’ έναν δρόμο
χωρίς ομοιοκαταληξία δεν είχαμε παρά μόνο
μια προφητική φτερούγα χτυπώντας με σφυριά
τις δαντέλες σαν να ’ταν λαμαρίνες.
 

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

[100] Χαρά Χρηστάρα: Υπόγεια ρεύματα (Μανδραγόρας, 2008)


www.biblionet.gr
ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ


Αναδιπλώνονται οι τόνοι του πρασίνου
που εισχωρούν στις καφετιές
επιφάνειες της γης

Χύνονται βρώμικα νερά
στους υπονόμους της πόλης
και επεκτείνουν τη θλίψη τους
τα τοπία της απαξίωσης

Κλυδωνίζεται η τεχνητή
ευημερία των κρατούντων

Ανοιξιάτικες καμπάνες
ηχούν διακοπτόμενα να αναγγείλουν
τα πάθη του ανθρώπου

Αναμένονται εξελίξεις
που δε λένε να ξεμυτίσουν
από την κώχη όπου
μυστικά προετοιμάζονται


* * *


ΕΠΟΠΤΕΙΑ


Η πικρή ώρα βαθαίνει το κλάμα
Σπάει η μέρα το κέλυφός της
και προμηνύει εκπλήξεις

Η νύχτα ξύνει τις παλιές πληγές
Κραδαίνουν τα όπλα οι πολεμιστές
και στρατοπεδεύουν σε ουδέτερη ζώνη

Η ροή των γεγονότων σαν
αιχμηρό εργαλείο αφυπνίζει
υψώνοντάς με ως το πιο ψηλό κλαδί
δέντρου αιωνόβιου

Η εποπτεία από ’κεί λυτρωτική
καθώς τον κόσμο αγκαλιάζει

Μα πότε θα ξεσπάσει τέλος η εξέγερση
να κάψει τα είδωλα
και ν’ ανατρέψει τις γνωστές ισορροπίες;

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

[99] Νάκης Προκοπίου: Ποιήματα (Διαγώνιος, 1989)


ΦΟΡΕΣΤ ΠΑΡΚ


Της πισίνας η πλαστική κοιλιά τη ματιά πρασινίζει.
Ο τελευταίος ήλιος θα αδειάσει το νερό.
Αναπνέει η φάλαινα στης νήσου το ψηλότερο σημείο.
Τη χαμένη τους άνεση θα βρουν τα μυρμήγκια.
Όπως το τελευταίο ποτόκι των ερωτευμένων αηδονιών
Τη ζωντάνια του θα βρει με το χιόνι, με το νερό.
Και τ’ αηδόνια θα χάσουν τη χαρά τους,
Στο επίμονο αγκυροβόλημα ενός δυνατού αγέρα.
Μιαν κόρη φιλεί ανεπαίσθητα πίσω απ’ το τζάμι.
Ένα ακόμη τραγούδι θα γραφεί
Πάνω σε κίτρινα φύλλα.


* * *


ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΘΕΡΟΥΣ


Ο ήλιος άλλαξε τον κήπο άρδην.
Κι ένας κισσός σκύβει αργά
Για να φιλήσει την κίτρινη πρασινάδα,
Χλωμός να πεθάνει πριν το Σποριά.
Ενώ λοιπόν να κοιμηθεί έγερνε,
Στου βίου του την ύστατη ώρα,
Συλλογίστηκε, με μάτια μαύρα απ’ την πείνα:
Πως εις μπαρόκ μπαλκόνια ανέβηκε
Και εις ροκοκό πολυθρόνες εκάθησε
Και τώρα η φύσις άθυμη, ακίνητη,
Τη σκιά του φιλοξενεί,
Μόλις με την πρώτη βροχή.
Όπως εχθές εδέχθηκε το σώμα
Μιας μαργαρίτας.