Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

[128] Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Νοσοκομείο εκστρατείας (1972)


Φωτ.: Βαγγέλης Ρασσιάς / LIFO
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ


Άδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια

Σηκώνεται άνεμος πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία

Τα σύνορα είναι κλειστά – τι περιμένω


* * *


ΣΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ ΑΠΟΙΚΙΑ


Το φιλί σου δοσμένο την άνοιξη με καίει ακόμα
μισολιωμένο στα μάγουλα στα λιγοστά μου πεσμένα μαλλιά
ήταν λαθρόβιο ή εξατμίστηκε εκείνη την ώρα
μέσα στα δάχτυλα ένα τίποτε ένας σπασμός

Το φιλί σου δοσμένο στην άσφαλτο με σέρνει μέσα
σε κλινικές όπου έζησα έγκλειστος, καθώς ξανά
θα γυρίσω εκεί κάποτε όταν έρθει η αρρώστια

Γιατί να δόθηκε – στη βροχερή αποικία που σε γνώρισα
ξέρω, δε θα βρεθή ποτέ γιατρειά


* * *


ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


Εκεί, αδέσποτοι μέσα στο φως της προκυμαίας
μόνοι, κοιτώντας προς τη θάλασσα κτίρια γυμνά
αμέτοχοι στο πλήθος πυο έρχεται βομβίζοντας
αδιάφοροι στα ελπιδοφόρα σήματα, όχι αρεστοί

Αιφνίδια ανάρρωση, ήχοι ανεπαίσθητοι, διαφάνεια


* * *


ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Β'


Χαρήτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε
        το ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκηπα. Χαρίστε
        εγκαρδιότητες – τι σας κοστίζουν –, πιστέψτε στη
        χρησιμότητα – κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες απο-
        στάσεις – μιας αβρής επιστολογραφίας. Γ'ίνετε ο περι-
        λάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των
        ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ.
        Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ, μου είστε συμπαθής.


* * *


ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΗΣΑ ΥΓΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Πόσο σ’ αγάπησα, υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού
         ατημέλητες
πίδακες σε ύψος χαμηλό, βρεμένοι κήποι
λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι
θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη
κι ακόμα εσένα, χρώμα σταχτί φυματικό
περιοδικό, φυλλάδιο και διακήρυξη
δικογραφία, ποιητή σε αφίσα ή σε βροχή

Πόσο σ’ αγάπησα, σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο

 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

[127] Θανάσης Ανδρίτσος: Άνευ όρων και ορίων (Αμοργός, 1981)


[ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΙΩΝ]


ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ


Έγραψα ένα ποίημα
Γι' αυτούς που έπεσαν
Κι απόμειναν στο τέλος
Ολομόναχοι
Λησμονημένοι χωρίς επιτύμβιο
Χωρίς επικήδειο
Ούτε καν ένα λουλούδι

Όμως το ίδιο βράδυ που το είχα τελειώσει
Φως αναπάντεχο
Την ομίχλη του μυαλού μου διέλυσε

Οι νεκροί μας δεν ανέχονται όρια

Ψυχή μου
Πώς να περιορίσεις μες στις γνωστές διαστάσεις
Το ποίημα

Το 'καψα

Τώρα με καίει


*


ΤΡΙΤΗ ΓΡΑΦΗ


Αυτό το ποίημα
Ανήκει στους νεκρούς μας –
Δεν ανέχεται λέξεις

Είναι πιο πίσω
Κι απ' τα όρια
Της σιωπής


* * *


[ΤΡΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ]


ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ – Ο ΚΑΘ' ΗΜΕΡΑΝ ΗΘΟΠΟΙΟΣ


Χρόνια τώρα τυλίχτηκες ένα χιτώνα πορφυρό
Ένα σφαγμένο κατακόκκινο αίμα
Σε τσιμεντένιες πλατείες γονατίζεις
Μπροστά στους περαστικούς θεατές
Ανύποπτοι
Σε χειροκροτούν για το ρόλο
Του ρωμαίου εκατόνταρχου

Χρόνια τώρα του χιτώνα το ψέμα
Η αλήθεια ανάπηρη και το πηγμένο το αίμα
Πάνω στο δέρμα σου δεύτερο δέρμα


* * *


ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ


Φαίνεται πως ράγισε ο αμφιβληστροειδής μου
Έτσι γύρω μου βλέπω κομμάτια


* * *


ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΟ ΤΕΛΟΣ


Πριν από μένα μίλησαν άλλοι με στίχους μεγάλους
Για στόχους ιδέες σημαίες και υψηλά παρόμοια – όμως εγώ
Θέλω το στίχο μου να 'χει το στίγμα του σαπισμένου μας
κόσμου το σπέρμα
Τώρα που ο φόνος αλυχτάει σα σκύλος στους δρόμους
Ενώ άλλοι κοιμούνται με καταναλωτικές ωτοασπίδες και άλλοι
Εφησυχάζουν στις ασφαλιστικές δικλείδες των συμβολαίων
που έκλεισαν
Με τους δολοφόνους τώρα που ο ήλιος κρέμεται στιμμένος
από κάθε ζωή
Πάνω από τα τσιμέντα ένα κουβάρι αίμα σκοτωμένο ο ήλιος
Τώρα που βεβαιώθηκα πως
Το μέλλον ανοίγεται στις ανοιγμένες πληγές
Και στο πύον τους –
Πώς να μιλήσω – δεν έχω άλλο να κάνω
Να επικαλεστώ μονάχα
Τον Εγκέλαδο

Η γη τρέμει σαν κεφάλι γριάς
Από πάρκινσον
 

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

[126] Αφιέρωμα: Ποδόσφαιρο (5)

(Τελευταίο μέρος του αφιερώματος)


Ηλίας Λάγιος: Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΝΤΡΙΠΛΕΡ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΤΟΥΤΟΥ



Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατία του πόνου·
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα, του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγορία ψυχρή την κοκαΐνη.
Α, στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.


Richard Swarbrick, 2012 (εδώ στο YouTube)

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

[125] Αφιέρωμα: Ποδόσφαιρο (4)

Ντίνα Παγιάση Κατσούρη: Τα ποδοσφαιρικά (Άνευ, 2013)


ΔΕΝ ΕΚΑΜΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΤΟΝ ΚΟΠΟ


Κανένας
δεν έκαμε τον
κόπο να ρωτήσει
ποιος ήταν ο λόγος
που την κρίσιμη ώρα
ο τερματοφύλακας
άφησε τη θέση του από την εστία
και βρέθηκε τρία μέτρα
έξω δεξιά.
Απλά θα τους έλεγε
πως του φάνηκε
πως είδε φυτρωμένη
μια κόκκινη παπαρούνα
μέσα στο πυκνό γρασίδι του γηπέδου.

                                           14 Δεκεμβρίου 2009


* * *


Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ


Ο Ζακ Ντεριντά
δήλωσε αποφασιστικά.
«Αφού δεν μπορώ
να γίνω ποδοσφαιριστής
θα γίνω φιλόσοφος».
Και φυσικά
το μετάνιωσε πικρά.
Αφού από εκείνη τη μέρα
δεν πέρασε νύχτα
που να μην ξυπνήσει
πνιγμένος στον ιδρώτα και την ταραχή.
Ήταν πάντα
το ίδιο επίμονο όνειρο.
Να βρίσκεται
σε απόσταση αναπνοής
από την εστία του αντιπάλου
να προσπαθεί
να στείλει μέσα την μπάλα
και το πόδι του
να αρνείται πεισματικά να υπακούσει.
Οι φίλαθλοι να ουρλιάζουν αίσχος
και το επόμενο λεπτό
να ανοίγει έντρομος τα μάτια.
Αργότερα ομολόγησε
σε φιλικό κύκλο
πως αντί να ζει με αυτό τον εφιάλτη
θα ήταν τελικά καλύτερα
να γινόταν ποδοσφαιριστής,
έστω δεύτερης κατηγορίας.

                                       29 Νοεμβρίου 2011


Φωτ.: Nicolo Revelli-Beaumont, 27/9/2012

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

[124] Αφιέρωμα: Ποδόσφαιρο (3)

Λευτέρης Πούλιος: Ποίηση 2 (Κέδρος, 1973)


Η ΜΠΑΛΑ


Μια κόκκινη μπάλα κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.
Απόγεμα
ο ήλιος λάμπει.
Σ’ ένα σύννεφο παίζουν ποδόσφαιρο.
Κανένας δεν διακρίνει στην υγρή μπάλα
που κολλάει στην άμμο και στριφογυρίζει στο χορτάρι
ένα κομμένο κεφάλι
που κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.
Οι φίλαθλοι γαβγίζουν στις εξέδρες
το γκολ μπαίνει
θρίαμβος στα δίχτυα
ιαχές στους δρόμους
κι ο πόλεμος με το κουτσό του ποδάρι
έτοιμος να κλοτσήσει τη γη
με το γήπεδο και τους φιλάθλους
στου διαόλου τα δίχτυα.



Γιάννης Βαρβέρης: Άκυρο θαύμα (Ύψιλον, 1996)

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΡΤΑ


Για λόγους πρόνοιας
συχνά επικοινωνώ από τώρα
με την Κόλαση.
Κι όλο ρωτάω κάτι φιλαράκια
πρώην αγγέλους
ποιες οι συνθήκες
και το τι μας περιμένει.
Μου λένε για καζάνια, γι’ αλυσίδες
για βασανιστήρια, τα γνωστά.
Όμως εσχάτως επιμένουν
στον αθλητισμό:


εδώ οι ποδοσφαιριστές, μου λένε
με κομμένα πόδια
παίζουν νυχθημερόν
επάνω στ’ αναπηρικά τους καροτσάκια.
Οι πρώην μπασκετμπολίστες
τώρα νάνοι δίχως χέρια
με το κεφάλι μάταια προσπαθούν
να φτάσουν το καλάθι.
Το πιο φρικτό: οι μπάλες είν’ τετράγωνες.
Κι οι φίλαθλοι, σε απόλυτη αμνησία
μπερδεύουν τις ομάδες τους
ζητωκραυγάζουν λάθος
και φεύγουν πάντα κι όλοι
λυπημένοι.


Andrew Macara
Footballers, 1993

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

[123] Αφιέρωμα: Ποδόσφαιρο (2)

Ανδρέας Εμπειρίκος: Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (Άγρα, 1984)


ΗΧΩ


Άκου τον ήχο σπάζει πέτρες
Και πέφτουνε πεφτάστερα στους στίβους
Στα γήπεδα πηδούν οι μπάλες
Σαν μπάλες ρούγκμπι σαν πεπόνια
Κομψές κυρίες στις κερκίδες
Και κορασίδες με pull-over
Χειροκροτούν κι όλο φωνάζουνε
«Goal! Goal! στα δίχτυα των εχθρών
Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου».



Φωτ.: Αλεξάνδρα Αργύρη

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

[122] Αφιέρωμα: Ποδόσφαιρο (1)

Εγκαινιάζεται σύντομος κύκλος αναρτήσεων με ποιήματα που αναφέρονται στο ποδόσφαιρο.


Νίκος Εγγονόπουλος: «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», (Ίκαρος, 1978)


ΤΑ ΓΚΩΛ-ΠΟΣΤ


άκουγε τις καμπάνες που βαρούν
και τ’ ορειχάλκου τις δονήσεις
όπου τρυπάν τον καθαρό
– του Κυριακάτικου πρωινού –
αγέρα

άραγες οι καμπάνες τι να μηνούν;
θα τις ακολουθήσουν μήπως
ύμνοι τραγούδια χαρές
ή πολυβόλα θ’ αντηχήσουνε
απαίσια
να σπείρουνε
τον όλεθρο ολούθε;

ένα σας λέω:

όλοι να τρέξουμε αμέσως
στα γκωλ-ποστ
παιδιά!
στα γκωλ-ποστ
στα γκωλ-ποστ
άγρυπνοι
– ακοίμητοι φρουροί –
πανέτοιμοι
το μάτι εδώ εκεί
να γρηγορούμε

μην αρχινίσουνε να πέφτουνε
τα τέρματα
βροχή
και
ηττηθούμε.



Isca Greenfield-Sanders
Color Banding Blue (Soccer), 2010


Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

[121] Δημήτρης Κοσμόπουλος: Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι (Ερατώ, 2008)


www.biblionet.gr
ΘΕΜΑ ΑΠΛΟΥΝ


Το σήμερα σέρνει το χθες,
σε δίχτυ από πλεγμένες φλούδες λεύκας.

Νερό τρέχει απ’ το σώμα μου,
πλημμυρίζει τα μάτια.
Αντιγράφει στο δέρμα μου,
τις πτυχές της άμμου.

Όμως εγώ αναζήτησα την δίψα.
Όχι το νερό.

Σε μια σχεδία από κορμούς σημύδας,
από τα καπνισμένα πατερά του πατρικού μου,
το σήμερα γέρνει και ξεψυχά.
Για να συρθεί απ’ το αύριο.

Νερό με γεύση χώματος.
Γεννάει η φωνή μου δάση.
Σε μιαν υδάτινη εικόνα,
σπίτια από ξύλο και φωτιά.

Χριστέ μου.
Φωτερή σαγήνη.


* * *


ΚΥΚΝΕΙΟ


Παληά παραθυρόφυλλα της μνήμης μου κι ανοίγουν.
Χρυσή, σταρένια θάλασσα στο βουλιαγμένο καλοκαίρι.
Η πέτρα και το ξύλο σφιχταγκαλιασμένα. Μέσα μου τοίχοι,
     παραθύρια αλλοτινά.
Φτάνουν χοροί της άνοιξης, με πετροκότσυφα και θαμνο-
      ψάλτες.

Φτάνει ένας τόπος που το χιόνι σπάνια τον αφήνει. Ένας
αέρας να ησυχάσει δεν μπορεί. Παληά του χρόνου μου
παραθυρόφυλλα. Ρουφήχτρες.

Βγαίνω κι αφήνω την ψυχή στα πόδια σου. Όπως
η νύχτα γονατίζει μπρος στον ήλιο.

Νύχτα ρωσίδα, γεωγραφία. Λαβωμένη.
Όμως ο θάνατος γεμάτος ήλιο.


* * *


ЮPЪEBEЦ


Χθες ονειρεύτηκα τον θάνατό μου. Συνήθως στ’ όνειρο, τρέ-
χω σε πεδιάδες, μ’ ένα άλογο του τόπου μου. Όμως χθες
βράδυ είχα πεθάνει όπως ένα αυτοκίνητο εγκαταλειμμένο,
στην αυλή του σπιτιού που μεγάλωσα. Θαμμένος μες στα
σάπια φύλλα.
Στάζει στα άδεια δωμάτια και τα ξύλα τα σιγοτρώει η
νοσταλγία. Μιας βασανιστικής βροχής. Νυχτερίδες παληών
φωνών χτυπιούνται στο ταβάνι, γκρεμίζουν τις αραχνια-
σμένες λάμπες πετρελαίου. Ξεψυχούν στο μεγάλο τραπέζι
από μαόνι.

«Любовъ полная слёз... Любовъ полная слёз...»

Όλο το πρωί τίναζα από τα ρούχα μου χώματα τ’ ουρανού.
Τόσο μπόρεσα.


– ЮPЪEBEЦ: Γιούργεβετς.
– Любовъ полная слёз: (λιουμπόβι πόλναϊα σλιόζ): βουρκωμένη
                                        αγάπη
 

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

[120] Γιάννης Κορίδης: Η νύχτα της θάλασσας (Ιωλκός, 1993)


anastasiosds.blogspot.com
[από την ενότητα «ΣΥΝΟΙΚΙΑ Ο ΚΟΣΜΟΣ»]


ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

[ΙΙΙ]


Εκείνοι που θάρθουν με την ανατολή του ήλιου
Θα είναι λιγότερο σκυθρωποί στην αποκοτιά σου
Μια σχισμή ανίας το πρόσωπό σου στρατιώτη
Ένα μέταλλο άχρηστο στο φόρτε της υψικαμίνου

Μέθυσοι και κόλακες· όλοι οι αγύρτες ενωμένοι
Δεν άφησαν γωνιά που να μη την ξεπούλησαν
Ένας Μεγαλέξαντρος μας απέμεινε κι αυτός ξενιτεμένος
 

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

[119] Λεύκιος Ζαφειρίου: Ο μιγάδας άγγελος (1980)


www.perizitito.gr
[από την ενότητα «ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ»]


Έχω μια σφίγγα μέσα-μου
μόλις πέφτει η νύχτα
γκρινιάζει από πείσμα
λύνει σταυρόλεξα στο μαύρο σκοτάδι –
εγώ του δίνω
μόλις παίρνει κι αρχίζει
η βραδινή κίνηση
γυρεύω τον άλλο-μου εαυτό
εκείνον που ξέρει στα κρυφά
να διαβάζει τη σκέψη της σφίγγας.

                                                              13.5.1979


*


Ποιος μίλησε για ελευθερία
κλητήρες της τάξης
με τη νικοτίνη στο πρόσωπο
κλαδεύουν επιδέξια
τ’ άδυτα της ψυχής-μου
πριονίζουν την όψη-μου
αντί οβολού.


*


ΕΡΩΤΙΚΟ Β'


Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα-μου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού-σου σε μένα.


* * *


[από την ενότητα «ΣΥΝΕΧΕΙΑ»]


Η ΠΟΛΗ


Είμαι στην πολιτεία του τίποτα
ένας αλήτης της νύχτας –
η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο
η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο
καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο
η πόλη που τρέχω μέσα-της
που τρέχουμε
               τραγουδάμε
                              πεθαίνουμε
μέσα-της όλοι
η πόλη που τη διασχίζουμε
με μηχανάκι
                   ή αυτοκίνητο
η πόλη
με φωτεινές ρεκλάμες
                                    και μπαρ
(στα υπόγειά-της έρπουν
πατσαβούρες μπουρζουάδες μεταλλικοί ήχοι
απ’ τα φουγάρα των καμπαρέ
ακουμπάνε στο ταβάνι της νύχτας)
η πόλη που χωρίς πουλόβερ
και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται
η πόλη με τους παπάδες βιομήχανους
η πόλη με το χτικιό σε κάθε φτωχόσπιτο
η πόλη με τους κορσέδες και τα παπιγιόν
η πόλη χωρίς όνομα
κοντεύει στο θάνατό-της κάθε μέρα.