Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

[199] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (5/5)


[ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΕΡΤΣ]


ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ


IX


Στην παλιά πόλη απόλυτη σιωπή.
Γρασίδι φυτρώνει εκείπου δεν υπάρχει θύμηση.
Εμείς που τρώμε θορυβωδώς, κόκκοι της άμμου είμαστε.
Η ιστορία ειπώθηκε.
Δεν ακούγονται πια οι μακρινές οπλές των αλόγων. Το τελευταίο
Φως κατοικίας σβήνει.


*


XIV


Αυτό που τώρα με σκεπάζει, άλλοτε σκέπασμα
Είχε τον γαλάζιο ουρανό.
Αυτό το χώμα που τώρα με πατά, κάποτε εγώ πατούσα.
Χωρίς καλά να ξέρω το γιατί
Το χέρι μου χάραξε εδώ αυτούς τους επιτάφιους.
Ο τελευταίος είμαι της περαστικής ομάδας.
Γι’ αυτό, εκείνος που τα είδε όλα.


* * *


35 ΣΟΝΕΤΑ


XXXV


Εντάξει. Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Βαριά η καρδιά μου,
Άφατη λύπη έχω.
(...)
Απέτυχα σε όλα. Καθόλου δε με νοιάζει.
Αλλά γιατί να κλάψω αυτήν εδώ την ώρα,
Όταν η αποτυχία κοινή για όλους είναι;
(...)


José de Almada Negreiros, 1954
(www.wikiart.org)





Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

[198] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (4/5)


[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ»]



poesiafaclube.com
ΠΑΛΙΟ ΣΟΝΕΤΟ


Άκουσε, Νταίζη: όταν πεθάνω θα πρέπει
Να πεις σ’ όλους τους φίλους στο Λονδίνο,
Ακόμα κι αν δε νιώθεις τίποτα, πόσο σε κάνει να υποφέρεις
Ο χαμός μου. Μετά, να πας

Στο Γιορκ, εκεί που διατείνεσαι ότι γεννήθηκες
(Μα δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα διατείνεσαι),
Να πεις σε εκείνο το φτωχό αγόρι,
Που τόσες όμορφες στιγμές μου χάρισε, (Μα δε θα ξέρεις

Φυσικά γι’ αυτό εσύ), α, να του πεις πως πέθανα...
Κι αυτός ακόμη, που νόμισα πως τόσο αγάπησα,
Καμία σημασία δε θα δώσει... Μετά, το νέο πήγαινε

Να πεις σ’ εκείνο το παράξενο κορίτσι, τη Σεσίλια
Που πίστευε πως κάποια μέρα θα γινόμουνα μεγάλος...
Στο διάολο η ζωή και όλοι μαζί της...

                                                             (σ’ ένα πλοίο που πηγαίνει προς την Ανατολή
                                                                                         Δεκέμβρης 1913)


* * *


ΓΡΑΜΜΕΝΟ Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΑΦΗΜΕΝΟ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ


Φθάνω απ’ τα περίχωρα της Μπέχα.
Στο κέντρο της Λισαβόνας πάω.
Δεν κουβαλάω τίποτα και τίποτα δε θα ’βρω.
Αισθάνομαι κιόλας την κούραση γι’ αυτό που δε θα ’βρω.
Κι η νοσταλγία που έχω, ούτε στο χθες ούτε στο αύριο ανήκει.
Γραμμένη αφήνω στο βιβλίο τούτο
Την εικόνα της πεθαμένης ζωγραφιάς μου:
Χόρτο ήμουν, που κανένας δεν ξερίζωσε ποτέ.

                                                                                  25-1-1928


* * *


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

(απόσπασμα)


(...)
Αξιοποίησε το χρόνο!
Αχ, αφήστε με να μην αξιοποιήσω τίποτα!
Ούτε απ’ το χρόνο ούτε απ’ την ύπαρξη,
Ούτε απ’ τις αναμνήσεις του χρόνου ή της ύπαρξης!
Αφήστε με να είμαι ένα φύλλο δέντρου, τρέμοντας στο αεράκι,
Η σκόνη ενός δρόμου αθέλητου ή μοναχικού,
Το συμπτωματικό στάξιμο της βροχής που πια κοπιάζει
Το ίχνος που αφήνουν οι τροχοί στο δρόμο,
Μέχρι να περάσουν άλλοι,
Η σβούρα ενός παιδιού, που πάει να σταματήσει,
Που ταλαντεύεται, με την ίδια κίνηση όπως η γη,
Που δονείται, με την ίδια κίνηση όπως η ψυχή,
Και που πέφτει, όπως πέφτουν οι θεοί
Στο έδαφος του Πεπρωμένου.

                                                                                  11-4-1928


* * *


Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό...
Δεν είχε καθόλου αλλάξει.

Αυτό είναι το πλεονέκτημα
Του να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.
Είμαστε πάντα παιδιά,
Το παρελθόν, που ήταν το παιδί αυτό.

Έβαλα τη μάσκα, την ξανάβγαλα πάλι.
Είναι καλύτερα έτσι
Έτσι, χωρίς μάσκα·
Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
Όπως στης γραμμής το τέλος.

                                                                                  11-8-1934


* * *


ΠΑΤΣΑΣ A LA PORTO


Μία μέρα σ’ ένα εστιατόριο, εκτός χρόνου και τόπου
Μου σερβίρισαν τον έρωτα, πατσάς σαν να ’ταν κρύος.
Μ’ ευγένεια είπα στο μάγειρα
Ότι ζεστό τον προτιμούσα
Γιατί ο πατσάς (φτιαγμένος a la porto) ποτέ κρύος δεν τρώγεται.

Νευρίασαν μαζί μου
Το δίκιο σου ποτέ δεν βρίσκεις, ούτε σ’ εστιατόριο.
Δεν έφαγα, ούτε παράγγειλα τίποτα άλλο, πλήρωσα,
Και αποφάσισα να βγω περίπατο στο δρόμο.

Ποιος ξέρει τι σημαίνει άραγε αυτό;
Δεν ξέρω, και συνέβη σε μένα...

(Ξέρω καλά ότι στα παιδικά χρόνια του καθενός
Υπήρχε ένας κήπος,
Δημόσιος, ιδιωτικός, του γείτονα.
Ξέρω καλά πως το παιχνίδι μας ήταν τότε ο ιδιοκτήτης του
Και πως εκείνη η μελαγχολία στο σήμερα ανήκει.)

Πολύ καλά το ξέρω.
Αλλά αν εγώ έρωτα ζήτησα, γιατί κρύο πατσά μου έφεραν
Φτιαγμένο a la porto;
Το πιάτο αυτό κρύο δεν τρώγεται, κρύο όμως μου το έφεραν.
Παράπονα δεν έκανα, ήτανε όμως κρύο.
Κρύο ποτέ δεν τρώγεται, έφτασε όμως κρύο.
 

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

[197] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (3/5)


nuvem.deviantart.com
[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΡΕΪΣ»]


Χείλη μαβιά απ’ το κρασί
Μέτωπα χλομά κάτω απ’ τα ρόδα.
Γυμνοί, με άσπρα χέρια
Πιασμένα κάτω απ’ το τραπέζι:

Αυτή είναι, Λυδία, η εικόνα
Στη συνείδηση των θεών
Όπου βρισκόμαστε, βουβοί,
Για την αιωνιότητα ζωγραφισμένοι.

Η ζωή,
Όπως οι άνθρωποι τη ζουν,
Γεμίζει με μαύρα σύννεφα σκόνης
Που απ’ τους δρόμους σηκώνεται.

Με το παράδειγμά τους οι θεοί
Συντρέχουν εκείνους μόνο
Που δε γυρεύουν άλλο τίποτα
Παρά ν’ ακολουθήσουν το ποτάμι των πραγμάτων.

                                                                                  29-8-1915


* * *


Αγάπη μου, προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ’ την πατρίδα·
Και πιο πολύ από τη φήμη και την αρετή
Μ’ αρέσουν οι μανόλιες.

Όσο αυτή η περαστική ζωή δε με κουράζει,
Κι εγώ μένω ο ίδιος,
Θα την αφήνω να συνεχίζει να περνά.

Τι σημασία έχει ποιος κερδίζει και ποιος χάνει
Αν τίποτα δεν έχει σημασία για μένα
Και η αυγή πάντα χαράζει;

Κι αν κάθε χρόνο τα φύλλα
Γεννιούνται με την άνοιξη
Και το φθινόπωρο πεθαίνουν;

Τα άλλα πράγματα, που οι άνθρωποι
Προσθέτουν στη ζωή,
Τι στην ψυχή μου πολλαπλασιάζουν;

Τίποτα, εκτός από την επιθυμία της για αδιαφορία
Και τη νωθρή της εμπιστοσύνη
Στη φευγαλέα στιγμή.

                                                                                  1-6-1916


* * *


Ήσυχα περιμένω γι’ αυτό που αγνοώ.
Το μέλλον μου και του κάθε πράγματος το μέλλον.
Στο τέλος, η σιωπή μου μόνο θα υπάρξει, παντού
Εκτός από εκεί που της θάλασσας τα κύματα
Θα ξεπλένουν το τίποτα.

                                                                                  13-12-1933


* * *


Λυδία, μη θέλεις να χτίσεις στο διάστημα
Που μέλλον νομίζεις
Ή υποσχέσεις να δίνεις αύριο στον εαυτό σου.
Τελειώνει σήμερα, χωρίς να περιμένει, η ζωή σου.
Η ζωή σου είσαι συ.
Μην προσδιορίζεσαι, γιατί μέλλον δεν έχεις.
Ποιος ξέρει αν στην κούπα που αδειάζεις
Και στην άλλη που γεμίζεις
Ανάμεσα,
Δεν μπαίνει η άβυσσος, η μοίρα;
(…)


* * *


μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
 

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

[196] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (2/5)


www.lavanguardia.com
[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ»]


[από την ενότητα «Ο ΒΟΣΚΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ»]


ΧΧΧΙΧ


Πού είναι το μυστήριο των πραγμάτων;
Πού βρίσκεται και δε φανερώνεται
Τουλάχιστον να μας δείξει πως είναι μυστήριο…
Το ποτάμι τι ξέρει γι’ αυτό, το δέντρο τι ξέρει;
Κι εγώ, που τίποτα περισσότερο από αυτά δεν είμαι
Τι ξέρω γι’ αυτό;
Όταν τα πράγματα κοιτάζω κι όταν σκέφτομαι
Τι σκέφτονται οι άνθρωποι γι’ αυτά,
Γελώ σαν ρυάκι που δροσερό κυλά στις πέτρες.

Γιατί το μοναδικό κρυφό νόημα των πραγμάτων
Είναι το ότι νόημα κρυφό δεν έχουνε κανένα.
Απ’ όλα τα όνειρα των ποιητών,
Και απ’ των φιλοσόφων όλες τις σκέψεις,
Απ’ όλα τα παράδοξα, το πιο παράδοξο είναι
Ότι τα πράγματα είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται
Και τίποτα να καταλάβεις δεν υπάρχει.

Ναι, είναι αυτό που οι αισθήσεις μου έμαθαν μόνες τους:
Τα πράγματα δεν έχουν όνομα, ύπαρξη μόνο.
Τα πράγματα είναι το μοναδικό κρυφό
Νόημα των πραγμάτων.


*


XLII


Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του.

                                                                                  7-5-1914


* * *


Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα ’θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να τη σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
είναι ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

                                                                                  7-11-1915


* * *


Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.


* * *


μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
 

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

[195] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (1/5)


[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΩΝΥΜΟΥ ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ»]


en.wikipedia.org
ΘΕΟΣ


Μερικές φορές είμαι ο θεός που φέρω μέσα μου
Κι άλλοτε ο θεός, ο πιστός κι ο προσευχόμενος
Κι η φιλντισένια εικόνα
Με το θεό αυτό πάνω της ξεχασμένο.

Μερικές φορές δεν είμαι παρά ένας αθεϊστής
Απέναντι στο θεό αυτόν που είμαι όταν μεγαλύνομαι.
Βλέπω στον εαυτό μου έναν ουρανό ολόκληρο.
Έναν απέραντο και κούφιο ουρανό.

                                                                                     3-6-1913


* * *


Οι θεοί είναι ευτυχείς.
Ζουν την ήρεμη ζωή των ριζών.
Η μοίρα τις επιθυμίες τους δεν τις καταπιέζει
Ή, τις καταπιέζει, αλλά τις εξαγοράζει
Με την αθάνατη ζωή.
Οι θεοί δεν θλίβονται
Εξαιτίας ίσκιων ή άλλων όντων.
Και κάτι επιπλέον: δεν υπάρχουν.

                                                                                     10-7-1920


* * *


Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη
Που το νερό της η πνοή του αέρα ρυτιδώνει
Μη γνωρίζοντας αν τα επινοώ όλα εγώ
Ή εάν όλα ανίδεα είναι.

Η λίμνη τίποτα δε λέει. Τ’ αεράκι
Σαλεύει, μα δε με αγγίζει.
Δεν ξέρω αν είμαι ευτυχής
Ούτε αν επιθυμώ να είμαι.

Οι ρυτίδες τρεμουλιάζουν, χαμογελούν
Πάνω στα κοιμισμένα νερά.
Γιατί να έχω φτιάξει από όνειρα
Τη μόνη ζωή που έχω;

                                                                                     4-8-1930


* * *


Βρέχει σιγανά και η βροχή είναι βουβή.
Δεν κάνει θόρυβο, πέφτει αργά,
Ο ουρανός κοιμάται. Όταν η ψυχή χηρεύει
Από κάτι που αγνοεί, τι συναίσθημα είναι τυφλό.
Βρέχει. Τον εαυτό μου (αυτό που είμαι) αρνούμαι.

Είναι τόσο ωραίο ν’ ακούς αυτή τη βροχή
(Σύννεφα δεν υπάρχουν) που μοιάζει με βροχή
Αλλά δεν είναι: μόνο ψίθυρος
Που από μόνος του ξεχνιέται λίγο πριν δυναμώσει.

Βρέχει. Τίποτα κέφι δε μου κάνει...

Ο αέρας δε φυσά, ασταθής ο ουρανός μοιάζει.
Βρέχει μακριά και ανεπαίσθητα
Σαν κάτι βέβαιο που ψέματα μας λέει.
Βρέχει. Δε νιώθω τίποτα.

                                                                                     2-10-1933


* * *


Έχω μέσα μου κάτι σαν καταχνιά
Που με πνίγει, αλλά δεν είναι τίποτα.
Νοσταλγία του τίποτα
Ακαθόριστη επιθυμία.

Τυλιγμένος σαν σε ομίχλη
Είμαι απ’ το ίδιο υλικό και βλέπω
Το μακρινό, λαμπρό αστέρι
Από την καύτρα του τσιγάρου πάνω.

Κάπνισα τη ζωή μου. Αβέβαιο

Ό,τι είδα ή διάβασα. Όλος

Ο κόσμος ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο είναι
Που με χλευάζει σε μιαν άγνωστη γλώσσα.

                                                                                     16-7-1934


* * *


Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι
Κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.

Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
Ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.

Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
Ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
Της απαλής, βέβαιης αύρας
Που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

                                                                                     16-7-1934


* * *


ΟΜΙΧΛΗ

Βασιλιάς, νόμος, πόλεμος ή ειρήνη
Κανείς την ύπαρξή του δεν ορίζει.
Αυτή η σκοτεινή λάμψη στο χώμα
Αλίμονο, είναι η Πορτογαλία.
Λάμψη χωρίς φωτιά και φως:
Η πυγολαμπίδα μόνη της λάμπει.

Κανείς δεν ξέρει τι θέλει.
Κανείς δεν ξέρει την ψυχή του
Ούτε κακό ή καλό τι είναι.
(Ποια μακρινή αγωνία εδώ κοντά μας κλαίει;)
Όλα αβέβαια, όλα κοντά στο τέλος τους.
Όλα κομμάτια, ολόκληρο πια τίποτα.

Ω, Πορτογαλία, σήμερα, ομίχλη μόνο είσαι...

Έρχεται η ώρα!

                                                                                     10-12-1928
                                                                                     Valete, Fratres

* * *

μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

[194] Θανάσης Μαρκόπουλος: Μικρές ανάσες (Μελάνι, 2010)


4 Χ 2


Ι.    Ηλικία

      Σαν τον ορίζοντα
      Όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται

ΙΙ.  Τετράγωνο κρύο

      Να ’σαι ψάρι στο καφάσι
      και να κάνει κρύο

ΙΙΙ. Γεφύρι

      Δώσ’ μου το σώμα σου κορίτσι
      να περάσω πάλι στον κόσμο

IV. Η λέξη

      Άχυρο η λέξη και πώς να περάσεις
      μαύρο ποτάμι


* * *


ΝΟΣΤΟΙ ΜΕΣΗΛΙΚΟΣ


Κάθε που γυρίζω στη μικρή πατρίδα
πληθαίνουν τα άγνωστα πρόσωπα
οι σκιές στους δρόμους
τα σπίτια που μπάζουν νερά της βροχής
τα μνημόσυνα του Σαββάτου

Κάθε που επιστρέφω στη μικρή πατρίδα
όλο και πιο λίγο φθείρεται η παλάμη μου
από θερμές χειραψίες


* * *


Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΤΑΧΤΗ


Με την ανάληψη των καθηκόντων
είπε ως νέος διαχειριστής ν’ αλλάξει το κλίμα
τον ύπνο των ενοίκων να ταράξει
κι ανάρτησε ένα ποίημα στα διερχόμενα βλέμματα

«Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κι έβαψε το δικό μου»

Την άλλη μέρα
μια όμορφη γυναίκα πυρπολούσε το ποίημα
κι άφηνε πίσω της κόκκινη στάχτη

Έκτοτε είναι αυτός που έχασε τον ύπνο του
αναζητώντας τα χείλη της
με δήθεν αδιάφορες ερωτήσεις και καθόδους τυχαίες
στην είσοδο της πολυκατοικίας
στον κήπο στον καυστήρα
στο σκοτεινό υπόγειο της φοβερής λαχτάρας

 

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

[193] Γιώργος Μολέσκης: Το ημιτελές ποίημα (Μεταίχμιο, 2014)


ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

                                                          Οκτώβριος 2010
 

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

[192] Νάσος Βαγενάς: Βάρβαρες ωδές (Κέδρος, 1992)


tvxs.gr
VIII


Τα μάτια σου είναι διαφορετικά σε διαφορετικούς
καθρέφτες. Και τα μήλα του προσώπου σου φαρμακωμένα.
Μη σκέφτεσαι τα δέντρα. Βγάλε τα ξερά
φύλλα απ’ τα μαλλιά σου.

Θυμάμαι τη φράση: «Οι ρυτίδες είναι τα θολά
ποτάμια που περνάς μια φορά μόνο».
Κι έπειτα το γοργό φτερούγισμα των κορυδαλλών
μέσα στο στήθος.

Κι η θάλασσα. Κι άλλα κεντρικά
πράγματα. Πασχαλιές. Ανοξείδωτοι μενεξέδες.
Τα χέρια μιας γυναίκας που ακονίζουν στο στέρνο μου
λεπίδες της αγάπης.


* * *


XIII


Παλιό μου έρωτες. Ορατές
ώρες ενός αιώνα που δεν λέει να ξεψυχήσει.
Φεγγάρια γύρω μου σπάνε συνεχώς.
Το φως που με φωτίζει σίγουρα θα ’ναι
από σβησμένα άστρα.

Όλη τη νύχτα ξεριζώνω αισθήματα
από το στήθος μου που μένει πάντα πράσινο.
Ξερόχορτα με ρίζες αιωνιότητας.
Με ζαλίζει ο θόρυβος του χρόνου.
Κατεβαίνω

σε μια νύχτα πιο βαθειά κι από την πραγματική
με διπλό σκοτάδι στις γωνίες
και ομίχλες περασμένων χρήσεων.
Περπατώντας αργά, προσεχτικά
μη σας ξυπνήσω.


* * *


XVII


Γυμνός όπως η βροχή (η ξαφνική βροχή)
εκεί που τελειώνει το καλοκαίρι
κι αρχίζουν τα λεπτά όργανα της πραγματικότητας
το βαθύ του έργο.

Ή σαν ένας ανίδεος που μάταια επιχειρεί
να διορθώσει μια χαλασμένη βρύση
(η μέρα έχει πλημμυρίσει από το πρωί
σχεδόν ολόκληρη).

Το σώμα σου είναι μια σχοινένια γέφυρα
που προσπαθώ να περάσω. Πέφτοντας πάντα
με το κεφάλι σ’ ένα φουσκωμένο
θολό ποτάμι.


* * *


XXIII


Απόψε το σώμα σου είναι μέρος του καιρού.
Αγγίζω σύννεφα ή τα μαλλιά σου;
Απ’ τα χαράματα πέφτεις συνεχώς
σαν πυκνό χιόνι.

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

[191] Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Πικρόλιθος (Κάρβας, 2014)


www.biblionet.gr
ΤΟ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ


ξαποσταίνω στ’ ακρογιάλι σου * να γλυκαθούν στα
χέρια και στο σώμα μου οι πληγές * εδώ με φέρανε τα
κύματα και τα πουλιά και τα δελφίνια * από κοντινές α-
κτές * κι από τόπους μακρινούς έρχομαι * γνωρίζω
μόνο από πέτρα * γνωρίζω μόνο από πουλιά * γνωρί-
ζω μόνο από ταξίδια.


* * *


ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ


Το σώμα του με πάθος
Το φίδι μ’ άλλο συνταιριάζει
Περίτεχνα χορεύουνε
Την έμπυρή τους μελανή ομορφιά
Μέσα σε θάλασσα από καλαμιές
Σ’ ολόχρυσα χωράφια θερισμένα
Σφυρίζοντας τραγούδι ερωτικό
Κι από κλωστή αόρατη πιασμένα.

Ύστερα ύπουλα κουλουριάζεται
Γύρω από μια φωλιά στο χώμα
Που φτιάξαν από έρωτα και τέχνη δυο πουλιά
Και με κινήσεις τέλειες του σώματος μαγικές
Τη μάνα που σπαράζει γοητεύει
Τον κύκλο της μικραίνοντας γύρω από τη φωλιά.

Κι όταν πια άλλη επιλογή γι’ αυτήν δεν απομένει
Με γοερή κραυγή
Στο στόμα πέφτει τ’ ανοιχτό του απορημένη
Κι απ’ το φαρμάκι το πολύ
Τρεμουλιαστή και μορισμένη αργοπεθαίνει.
 

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

[190] Γιώργος Δανιήλ: Τα επίθετα, ποιήματα 1968-1983 (Πρόσπερος, 1984) (6/6)


[από την ενότητα «ΠΟΙΗΤΙΚΗ II»]


ΚΑΙ ΚΑΙ


Και του Σεφέρη την θλιμμένη
νοικοκυροσύνη
και του Μελά
την ακατάσχετη
φιλαυτία
και τους αλλόκοτους
του Καζαντζάκη
μετεωρισμούς
την υψηλόκαρδη μπραβούρα
του Σικελιανού
του Βάρναλη
τα λυρικά αλυχτήσματα
χώρεσε όμοια
ό,τι κι αν πεις
τούτος ο τόπος
πάνω απ’ τ’ αποκαίδια
των συγκρούσεων
δώθε απ’ τα χαρακώματα
του εγώ.

Κάθε Ρωμηός
και μια σχεδία ενστίκτου
στον άψορρον ωκεανό
της μνήμης.


* * *


Η ΜΟΥΣΙΚΗ


Κάποτε ήταν
του Πινδάρου
Δωρίαν από φόρμιγγα
πασσάλου λάμβανε

το χέρι που διαφέντευε
τ’ αλέτρι
τόνιζε
και τη μουσική.

Τώρα ρίχνεις το νόμισμα
στο τζουκμπόξ
κι ακολουθείς
με τ’ άκρα των δαχτύλων
την αποσβολωμένη μελωδία
ενώ η προκομμένη σερβιτόρα
σου κουβαλά
με χάρη
το ζουμερό
χάμπουργκερ.


* * *


ΛΑΣΤΙΧΟ

                                               Της Έλλης

Με το καμιόνι της φαντασίας
έτρεξα έτρεξα χιλιόμετρα
τα σήματα κι οι τροχονόμοι
μού ’δειχναν κάπου μπροστά.

Μα στην στροφή που το χαλίκι
κόβει στα δυο
τον άρτο του έρωτα
κι αποσβολώνεται
στην έπαρση του
μ’ έπιασε λάστιχο
με σύρανε
σ’ ένα κοινό γκαράζ.


* * *


ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΑ


Ι
Μονοτονικό
το σπίτι της γλώσσας
χωρίς αετώματα
χωρίς κεραμίδια
με πλάκα.

ΙΙ
Κι όμως,
η σερπετή περισπωμένη
πήγαινε καπέλο
στη λέξη κύμα.
Και τώρα,
τί θα γίνει
η λέξη αυτή
χωρίς το καπέλο της;


* * *


ΑΝΑΓΚΗ


Στις λυρικές μονομαχίες
ανάγκη να ξαπλώνεις
και στο φέρετρο
κάποιες ώρες
ξεγελώντας
τα ύψη
τσακίζοντας
σε βουβές
συμπληγάδες
τον πασατέμπο
της μνήμης.


* * *


ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ


Επιστρέφω
στο σώμα μου
όπως γυρίζουν
τα ψάρια
κολυμπώντας
ενάντια στο ρέμα
κι ας τα καρφώνουν
έτσι οι Εσκιμώοι
στήνοντας
δολερές
παγίδες.

Επιστρέφω
στο σώμα μου.
Της ιστορίας
πονηρά εκμαγεία
μπείτε
προσωρινά
στο ντουλάπι.