Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

[159] Νίκος Καββαδίας: Μαραμπού (Κύκλος, 1933)


kalodia.blogspot.com
ΜΑΡΑΜΠΟΥ


Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα – σαν άνθος έμοιαζε αλπικό –
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό τής πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συγχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω…


* * *


A BORD DE L’ «ASPASIA»


Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία,
πάντα στο deck, σε μια σεζ λονγκ πεσμένη, κάτωχρη
απ’ τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία.

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν,
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες.
Σ’ ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες, γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες.

Κάποια βραδιά, που από το Στρόμπολι περνούσαμε,
είπες σε κάποιο γελαστή, σε τόνο αστείου:
«Πώς μοιάζει τ’ άρρωστο κορμί μου, καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!»

Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω .


* * *


MAL DU DEPART

                                                               Στην αδερφή μου Ζένια

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ’χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει…»

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα ’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.


* * *


ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ


Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.

Έχουνε μια παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ’ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.
 

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

[158] Γλαύκος Κουμίδης: Περιποιήσεως τιμή (Πουπούξιος, 1995)


ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ


Αυτός που ραβει σακκίδιο ονειρεύεται
πως είναι ο ίδιος ταξιδευτής
για Αμοργό ή κάτι άλλο.
Παίρνει μαζί του
τριάντα γενιές προσκυνητών
το καθρεφτάκι, τις χτενιές
και ραπτικά για την περίπτωση
που χάνει ένα κουμπάκι.
Κατάφορτος ανεβαίνει τα σκαλιά,
την κομισμένη ευπρέπεια, τάμα,
στη Χοζοβιώτισσα αφήνει.
Άδειος τα κατεβαίνει.

Όμως ο άυπνος,
που το σακκίδιο αγοράζει
ξεγυμνωμένος στο κατάστρωμα
το ευτελές φορτίο του
στη θάλασσα πετά.
Φτάνει στη χάρη της απάλαφρος,
γιομάτος τα κατεβαίνει.


* * *


Ο ΑΡΜΟΣΤΗΣ


Αφημένος στην αιώρα του
ο γηραιός αρμοστής ψυχαγωγείται
με σκυλιά, που τα ’μαθε να παίζουν
με γατιά, που χαϊδεύουν τα πουλιά
στις φυλλωσιές του πάρκου.
Τον βασανίζουν όμως οι μνήμες
ζοφερές, των ημερών που κραταιός
διέταζε σιγή
στους χώρους των κουρείων. Τότε,
που σε παροξυσμό σκληρότητας,
επέβαλλε φόρους στ’ ακόλουθα
υγρά: κλάμα, σπέρμα ή κολπικά.
Παθητικά αιωρούμενος αμνηστεύει
απαγορευτικά διατάγματα, ανακαλεί
και ώρες τρυφερότητας, τότε π.χ.
που ντύθηκε υπήκοος κι έπαιξε
πίγκοου στη λέσχη των υπαλλήλων.
Τώρα, χαρά του υπέρτατη στη σχόλη,
η ποίηση των Νεοελλήνων,
που ανακάλυψε απρόσμενα
σε κάποιο ταξίδι αναψυχής.
Προς τούτο, δε, επαναπατρισθείς,
αγόρασε ποδήλατο
με ύστερη επίγνωση του γεγονότος,
πως η αρχή κάθε χρηστής διοίκησης
είναι η ομορφιά της κίνησης
στίλβοντος ποδηλάτου.


* * *


Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ


Μαντατοφόρος υπό κράτηση
σε κήπο, μαργαρίτα
τα χρώματα του μύθου σου
φωτογραφίζω
για λεύκωμα κρυφό
σ’ αναμονή της καταδίκης
μαργαρώ,
σώσε με να χαρείς το άσπρο σου
της αγνοίας.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

[157] Δημήτρης Αγγελής: Επαληθεύοντας τη νύχτα (Ευθύνη, 2011)


www.facebook.com
1989
[δύο αποσπάσματα]


 η τηλεόραση μονίμως ανοιχτή
σαν ένας πένθιμος βωμός εγκατεστημένος στο δωμάτιο χρόνια
      – μία φωτιά
που δεν ζεσταίνει, μόνο φωτίζει
                                                   αχνά
μέχρι τις δύο πολυθρόνες και πιο πέρα το ξέστρωτο τραπέζι με
      τα ψίχουλα,
και τ’ αποφάγια σωρό (όμως λείπουμε χρόνια)  – ξοπίσω τους
      απλώνεται
πηχτό κι επίβουλο σκοτάδι
όλο τριξίματα και μία μόνιμη ηχώ από πνιγμένες κραυγές εκεί
      που πάτησε η μνήμη
μιλώντας για θαλάμους λαϊκών σανατορίων, Καψαλώνα κι Άι
      Γιάννη,
ονειρικούς σιτοβολώνες, εργοστάσια με τα πνευμόνια πίσσα, εκ-
      τοπίσεις σε παγωμένα τοπία,
μιλώντας για το πλήθος που κατέβηκε πανικόβλητο τα σκαλιά
      διαδηλώνοντας την αγάπη του και δεν ξανανέβηκε
για τη λαχτάρα μας να λατρέψουμε καταποντισμένους θεούς,
      ίδιους με τους θλιβερούς εαυτούς μας

                                                                              – διαφημίσεις

πάγωσε η οθόνη, πάγωσε το διαμέρισμα
σα να ξέχασε κάποιος την πόρτα ενός νεκροθαλάμου ανοιχτή
κι αυτή η χαραμάδα έγινε ένα τείχος που πέφτει
και τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι δραπετεύουν διαμιάς από την
      ιστορία
κρατώντας αναμμένα κεριά σα να γυρίζουν απ’ την Ανάσταση
φορώντας ντρίλινα, σαρακοφαγωμένα πουλόβερ, σέρνοντας βια-
      στικά ετοιμασμένες βαλίτσες, το κλουβί με το ψόφιο κανα-
      ρίνι  – σκέφτονται
λεωφόρους στη Σιβηρία με μοναχικά βενζινάδικα την αυγή, κρύο
      και ματωμένες σημύδες
το κουδούνισμα του τηλεφώνου που αντήχησε στους τσιμεντένιους
      τοίχους του ψυχιατρείου, κανείς δεν το σήκωσε κι έμειναν με
      την απορία μήπως τους γύρευε ο Σταυρόγκιν  – σκέφτονται
κομματικούς ποδηλάτες να περνούν κάτω απ’ τα κομματικά
       παραθυρόφυλλα με τα κατακόκκινα κομματικά τους γεράνια
αποκεφαλισμένες εκκλησιές με τους κωδωνοκρούστες τους απα-
      ρηγόρητους
διαγγέλματα στο ραδιόφωνο, αήττητα σοβιέτ, να ξυρίσουν τον
       Στάλιν
και τον άνεμο πάντα να σέρνει εφημερίδες του ’36 στον χωμα-
      τόδρομο  – «όπως τότε»

[...]

                                                                              – power off
                                                                              αντί μιας συγγνώμης

σκοτείνιασε το δωμάτιο επαληθεύοντας τη νύχτα που τον κατέχει
αντί πείρας απειθάρχητα γηρατειά, αντί σοφίας οι αλλεπάλλη-
      λες σκοτοδίνες της μοναξιάς του
απ’ όπου κάθε λίγο αναδύονται με όλη τη μυθική τους αχλύ
οι άλλοτε ς ιερές Βαβυλώνες του  – εκεί είδε
τα λάβαρα απ’ τα μαγιάτικα οδοφράγματα παρατημένα στον
      τοίχο, μέχρι κι ο ίσκιος τους είχε σπάσει
συνθήματα γραμμένα πάνω σε άλλα συνθήματα σε παλίμψηστους
      τοίχους που μοιάζει να τους βαστούν όρθιους μόνο τα γράμ-
      ματα
κι έτσι όταν έχει πανσέληνο απομένουν τα κτήρια σκέτες προ-
       σόψεις σαν κινηματογραφικά σκηνικά  – κι ακόμα είδε
στις υποτυπώδεις αυλές τους απλωμένα στο σύρμα να στεγνώ-
      νουν τα ματωμένα πουκάμισα όμοια με δέρματα ζώων
κι ανάμεσα στις τσουκνίδες με τα σκουπίδια: ένα σκουριασμένο
      σφυρί, τον πολύγραφο και σαν πολυκαιρισμένη σκάφη
την ασημέναι λεκάνη των καθαρμών όπου λένε πως έπλυνε μια
      φορά κι ο Πιλάτος τα χέρια του
κι αν έμεινε το όνομά του στην Ιστορία ήταν για εκείνη
που αποκηρυγμένη τώρα περιμένει τ’ απόγευμα τα παιδιά
να γίνει στα χέρια τους ένα έστω μικρό αλαλάζον κύμβαλο, ν’
      ακουστεί ξανά η φωνή της
«ήξερα μα δεν έκανα τίποτα, εγώ ήξερα», λέξεις-σπόνδυλοι ενός
      άγνωστου αγριμιού
που τη ραχοκοκαλιά του μασουλάνε βαριεστημένοι οι σκύλοι έξω
      από τ’ αρχαϊκά σφαγεία του Γυθείου
την ώρα που μ’ επιδέσμους η νύχτα τον τυλίγει με τις αρρώστειες
      της, εκείνος
τρέχει σε δολερά μονοπάτια, κρατώντας με αγωνία τον πυρσό
      για ν’ ανάψει την τηλεόραση
να φύγουν οι δράκοι με τα γλοιώδη λέπια τους, να φύγουν
γιατί ποτέ τους δεν υπήρξαν εντελώς αμερόληπτοι μαζί του

[...]

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

[156] Χριστόφορος Λιοντάκης: Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες (Καστανιώτης, 1991)


www.biblionet.gr
3


Σ’ άγνωστο κήπο η άνοιξη μάς χρησιμοποιεί.
Με χιόνια ακόμη στέλνοντάς σας
χαράζεις την πορσελάνη του μύθου
το χρόνο τραυματίζοντας με τρυφερότητα
που έμελλε το ασήμαντο να μεγαλύνει.
Του Μάρτη τις πάχνες νέμεται το φως
ανθίζουν ύδατα προγονικά
μ’ επιφωνήματα τα παιδικά μας
χρόνια συναντιούνται.


* * *


10


Το μυστικό των ενδυμάτων
που τον ήθελε να τραυλίζει.
Το ενύπνιο ύδωρ διασχίζοντας
όπου το ερώτημα θα κυματίζει πάντα
ανάμεσα στα καύματα του μύθου
και στο νιφετό του αληθινού
– στην κρυμμένη χάρη του αναπάντητου.


* * *


15


Καρποί κομμένοι που ωριμάζουν
στα κλειστά δωμάτια του χειμώνα
τα παιδικά μας χρόνια συναντιούνται.
Καπνός που να μη βλέπεις τις καρέκλες
στον καθρέφτη εικόνες
τότε που δεν ήμουν.
Έξι νήπια δίπλα στη μητέρα
πριν από σένα πεθαμένα, ψιθυρίζει.
Εξατμιζόταν το νερό
θάβοντας το γαλάζιο
και στο παράθυρο το μοβ
την άβυσσο επιβλέπει.


* * *


27


Ανώφελο είναι απόψε το φεγγάρι
τα πέταλα ευωδιάζουνε κλειστά.
Οι δεσμοφύλακες στον ύπνο σ’ απειλούν
με μάσκες συγγενών και φίλων
να διευκρινίσεις σου ζητούν το ρόλο.
Και στου σφαγμένου ζώου το τομάρι
τυλίγεσαι τους μώλωπες να σβήσεις
ευνοϊκή αναμένοντας τη γνώμη του Θησέα.
 

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

[155] Σπύρος Αραβανής: Η ιστορία ενός ανθρώπου (Μετρονόμος, 2011)


www.poetenladen.de
ΣΕΙΣΜΟΙ


Ο κάθε τρομακτικός σεισμός
διαρκεί πια
όσο ένα διαδικτυακό κλικ.
Μετά αφαιρείσαι
στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της επικοινωνίας
ψάχνοντας το μίτο της σάρκας.
Μόνο που τα αληθινά φιλιά
δεν έρχονται ποτέ·
καρπίζουν εντός του δέρματος
και γίνονται εξανθήματα
στο πρόσωπο.

Η είδηση του καταστρεπτικού σεισμού
καταχωρείται πλέον
ως συμπιεσμένο αρχείο
στους φακέλους της Ιστορίας σου
στον ίδιο χρόνο
που απελευθερώνεται η μηχανική ενέργεια
από τις συμπιεστικές ζώνες διάρρηξης.
Μόνο τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης
στέκουν ακλόνητα
άχρονα
και αντιστασιακά
χωρίς ενσύρματη θύμηση
και πάγια οικονομικά τέλη.
Κι όταν χρειαστεί,
σιδερώνεις
το υπαρξιακό σου πενηντάευρω
για τον αυριανό Τηλεμαραθώνιο ενίσχυσης
και θυμάσαι τον δικό σου σεισμό
της Αθήνας
τότε που έψαχνες
μέσα στη μεσημεριανή σου σιέστα
τους φακούς επαφής
για να συμμετάσχεις όμορφος
στη μαζική υστερία της γειτονιάς
ενώ το έδαφος
κάτω από τα πόδια
σου υπενθύμιζε
ότι το επίκεντρο της ζωής
βρίσκεται πάντα
εκτός των ασύρματων ορίων σου.
 

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

[154] Μελέτης Αποστολίδης: Θέμα αρτιμέλειας (Φαρφουλάς, 2013)


www.facebook.com
ΑΠΕΔΩ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ
ν’ απλώσουν τα κορμιά τους
στη ζεστή άμμο
κι απ’ αλλού μας ήρθαν.

Τίποτε δεν μαρτυρούσε
τι προηγήθηκε.
Το τοπίο
κοιμόταν ναρκωμένο
στον φλοίσβο του κύματος
και στην πρωινή ομίχλη.

Ο γέροντας με το γαϊδούρι
το εμπιστεύτηκε
κι αυτό τον πήρε για πάντα
στην αγκαλιά του.

Η διαταγή ήταν σαφής:
Ν’ αποκατασταθεί το τοπίο.

Το ζώο έμοιαζε να κοιμάται
στο χείλος του χάους
που ξύπνησε από νάρκη.

Το σπρώξαμε στην ανοικτή γη,
κρύψαμε την πληγή με χώμα
κι αποκαταστήσαμε το ναρκοπέδιο
σύμφωνα με τη διαταγή.


* * *



ΗΜΟΥΝ ΕΚΕΙ
– ζωντανός·
διαψεύδοντας
κάθε κακή είδηση.

Ποτέ πριν
δεν σε είδα να κλαις.

Το σώμα σου έγειρε στην αγκαλιά μου
σαν δρομέα στο τελευταίο βήμα:

«Πού πήγε η δύναμή σου, πατέρα;»

Μόνο που ρώτησα,
άστραψε το σύμπαν.

Και δεν ξαναρώτησα.


* * *


ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΩΣ ΑΡΧΙΣΕ
ούτε πώς φτάσαμε
να ψηλαφούμε
τις νωπές πληγές
του περασμένου
καλοκαιριού.

Τότε που στα 200 μέτρα
ψάχναμε ο ένας τον άλλον
μέσα απ’ το στόχαστρο.

Τώρα,
τα βουρκωμένα μάτια
δεν βλέπουν
ούτε στόχο
ούτε στόχαστρο.

Δέσαμε γερά τα χέρια
στο νήμα της Αριάδνης
και πήραμε τον δρόμο
ο καθένας
στον δικό του λαβύρινθο.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

[153] Παναγιώτης Θανασούλης: Τουλούζ - Memoratrix (Τυφλόμυγα, 2012)


www.retrodb.gr
ΤΟ ΠΛΕΪΜΠΑΚ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Όταν χάνεται ο ρυθμός,
απ’ των αφώτιστων λεπτομερειών
   το βάρος,
λάμπουν οι νύχτες απ’ των ολόχρωμων φυτών
   το πένθος
κι απ’ την έκρηξη μονοπατιών
που μόλις τα βλέπεις αφανίζονται.
Απομένει το αμέριμνο γέλιο τους
να σε παρηγορεί για τις πνιγμένες σκέψεις σου,
τις έκπτωτες επιθυμίες,
τις παθιασμένες ελλείψεις,
τα μετέωρα λάθη,
τις μεταμφιέσεις της μνήμης.
Και να σου ψιθυρίζει πως με το πλεϊμπάκ
   του έρωτα
δεν τραγουδιούνται τα αηδόνια.
Και πως έχεις καβαλικέψει αυτά τα όρια
που αντέχουν τα πείσματα και τις χορογραφίες
της αδυναμίας σου.
Πως υπάρχεις ολότελα από μέσα.
Κυκλικά.
Κυκλαμινικά.
Από τότε μέχρι τότε.
Και να μην ταραχθεί κανείς
απ’ των νερών των αργών την κίνηση.
Αυτός είναι ο χρόνος της ευχής
κι ο τρόπος του πολέμου.
 

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

[152] Μαίρη Γιόση: Ειδική διαδρομή (Στιγμή, 1990)


[από την ενότητα «ΣΩΜΑΤΟΣ ΓΡΑΦΗ»]


Α.   ΑΓΡΑΦΟΝ


ΙΙΙ


Μόλις σκύβω
και βρίσκω
Τα παράξενα μέταλλα
Με το χώμα πληγή
να μαραίνεται
Και τα νύχια ξανά
στη σάρκα βυθίζοντας
Πού είναι το αίμα ζητώντας
Κραυγή να βαφτίζει και φως
Αναπόφευκτη σύληση του αύριο
Και
Είναι ο χρόνος που θα ’ρθει
Ο χρόνος που σήπεται.


*


Γ.   ΧΟΡΟΣ


ΙΙ


Τώρα που δεν είναι η ποίηση
Το άλλοθι όσων υπήρξα
Ο σφαγεύς και το κρίνο
Τώρα που δεν είναι
μια αφή αδιάσειστη
Ο φόνος στην παλιά κασέλα
Όσα τρίζουνε μέρες και νύχτες
απροσάρμοστα όνειρα
Δεν με χωράνε τα λόγια μου
Κι όσα είπα παιδικό φουστανάκι
Δραπετεύω
παρά δήμον ειδώλων
Κατορθωμένη απουσία.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

[151] Cost Sigaret: Τα σκεύη της ανομίας (Απόπειρα, 2011)


thraka-magazine.blogspot.com
[από την ενότητα «Η ΣΑΛΠΙΓΓΑ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ»]


ΠΑΛΛΑΣ


Night sky
               blue
                      o
                        blue
Η ανταπό
               κριση
                        του
                             νερού
                                      στο
                                            βιβλίο
                                      που
                        διαβάζει
                  ένα
          ψάρι
      με        μάτια
                           θανατο
                                      ποινίτη
      κατηγορούμενου
                                 για πλαστο
                                                   γράφηση
      θαλασσών – o blue
                                    και τα μάτια σου
      δεκα τέσσερα

                         Η πόρτα γράφει:
          ΕΙΣΟΔΟΣ  >
          ΕΞΟΔΟΣ  <
                         Των διδύμων
                         του Νοήματος
                         μέχρι τις έν δοξες
                                                     παρά
                                                             στάσεις
                         του Παλλάς Αθηνών,
                                                        Αθηνά

                 Μεταξύ πικρού και αλμυρού
                             όχι βεβαίως μηρού αλλά Μιρό!


* * *


[από την ενότητα «ΤΑ ΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ»]


ΑΝΤΑΡΣΙΕΣ

μνήμη Αντρέα Παγουλάτου

Ανταρσίες
Επαναστάσεις αδιατίμητες
Στο διαπασών του 4' 33
Ώθηση λάμψης και τρομάρα
Για νυφίτσα και σύνολο κατσαρολικών
Ψιλοκομμένη καταιγίδα στο σάκο
Της φοιτήτριας της Φιλοσοφικής
Που πάει εξάρχεια-κολωνάκι
Για καφέ με τον αλλοπρόσαλλο αλιευτή
Των χαδιών της ενώ σωριάζεται
Σαν ζάχαρη ζεστή στο φλιτζάνι άρον άρον

Ωραίος! Και αετονύχης, ναι ναι...
Απ’ τις επαύλεις υπέρλαμπρων κλοσάρ
Για τις λεωφόρους και τα θέατρα
                κρυμμένων στίχων
Ωραίος! Σαν Αλβανός.
Έχουν πάρει τα μυαλά του τόσον αέρα
Απ’ τη συχνή αλλαγή των υποκαμίσων
Που τα Σαββατοκύριακα
Κατασκηνώνει στην ντουλάπα
Μ’ ένα χταπόδι στην κρεμάστρα

Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου.




Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

[150] Μαρία Θωμά: Μια ιστορία για τον ουρανό (Όμβρος, 2001)


www.skroutz.g
ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Διώξε τη λεηλασία από μπροστά μου
κι άσ’ την πίσω μου
πάρε τη λύσσα και τον τρόμο μου μακριά
Πάρε το πήλινό μου κέλυφος
με στενεύει και με γδέρνει όταν πάω να σηκωθώ
κι αφήνει πίσω ίχνος όταν σέρνομαι
Φόρα μου κατάσαρκα φτερούγες
– δεν με πειράζει αν τσιμπάνε –
Χύσε μου κατάκαρδα πελάγη
– και μη σε νοιάζει αν κρυώνω –
να μη μ’ αγγίζει άλλο το κενό
μη με χλευάζουν άλλο τ’ άλλα αστέρια κυκλικά
πως πρώτα άκουσα μια ευχή κι ύστερα έπεσα στη γη


* * *


ΑΙΜΑΤΗΡΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ


Στον ύπνο μου τα βράδια
με αγκαλιάζει κάποια Περσεφόνη
άσε με επιτέλους να κοιμηθώ
λίγος θάνατος δεν έβλαψε κανέναν.
Αιματηρές περιπλανήσεις
και κούκλες λυπημένες στις βιτρίνες
αναρωτιέμαι πόσο να κρατάει ο θάνατος
αναρωτιέσαι πόσο να ’χει το νερό
Και μια ζωή βαμμένη κόκκινη
για καμουφλάζ
πιάνομαι απ’ τις λέξεις
κι απ’ τα μικρόφωνα
χωρίς να βρίσκω τίποτα να πω.