Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

[47] Λεωνίδας Γαλάζης: Λοκριγκάνα (Γαβριηλίδης, 2010)



www.biblionet.gr
ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ


Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.


* * *


ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ


Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.


* * *


ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ


                   Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά...

                                                                     Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.


* * *


ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.
 

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

[46] Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (Κέδρος, 1978)


tinoslitfestival.tumblr.com
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

                                             Στον Αντώνη Φωστιέρη

Δεν θα ’μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ’ είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.
Σώζεται μόνο
η σιωπή του φύλλου
σκουραίνει το σώμα
μαζί με τη μέρα
ως της νύχτας την απρόσμενη
λάμψη του μαύρου.
Θραύσματα ζωής
αντικαταστούν τα χρώματα
στις μικρές απεικονίσεις
του ονείρου,
αμυχές
τις σκιές φωτός
στο προσωρινό δέρμα.
Τυφλή στο τόσο μαύρο
ζήταγα θεό
και μου ’διναν ένα μονάχα
δάχτυλο για να τριφτώ·
θριαμβεύω τώρα
στα πιο κρυφά μέρη
που συλλαμβάνεται
η ιδέα: εδώ
μαθαίνω επιτέλους
πως θα φύγω πρώτη.


* * *


ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΙΚΡΑ

[απόσπασμα]


1

Εξαντλούνται όλα τα πειράματα,
δεν υπάρχει τίποτα
ν’ αντικαταστήσει το φως
τίποτα ν’ αποτρέψει το σκοτάδι.
Ο δρόμος είναι ένας
και φέρνει σε κάτι μεγάλο και υγρό:
μυρίζει ψαρίλα
κι όταν χώσεις τα δάχτυλά σου
βρίσκεις το πηχτό σώμα τ’ ουρανού.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

[45] Σπύρος Τσακνιάς: Ορατότης μηδέν (Στιγμή, 1992)


www.biblionet.gr
ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Θαμποχαράζει όταν κλείνω το βιβλίο
με τόσα αινίγματα στο μυαλό
πώς θα κοιμηθώ
βλέπω
χέρια να χτυπούν πλήκτρα
μα δεν ακούω μουσική
ακούω πυροβολισμούς
αλλά δε βλέπω δολοφόνους
όμως το σπίτι
γέμισε σκοτωμένους
ο κήπος γέμισε φαντάσματα
κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά
κάτω απ’ τα πλατιά μαύρα καπέλα τους
πότε-πότε σηκώνουν τα κεφάλια τους
σα να ψάχνουν για σημάδια στον ουρανό
κι ύστερα χάνονται
στο μεγάλο σχήμα της αυγής.


* * *


ΕΠΙΦΥΛΑΚΗ


Το χέρι που με αβέβαιες γραμμές
σχεδιάζει τη μορφή σου
είναι η σαρκοφάγος
ενός χαμένου προσανατολισμού
δεν έχει βαφτεί στο αίμα κανενός
κάνει το σημείο του σταυρού
ή μαζεύει βότανα
κόβει το ψωμί
ή χαϊδεύει το κεφάλι του σκύλου
που κοιμάται
στη σκιά της ιτιάς

το χέρι που ονειρεύεται να σφίξει
τ’ αστραφτερό μαχαίρι
διανυκτερεύει
μέσα στα δικά σου χέρια.


* * *


ΑΜΗΧΑΝΙΑ


Σχήματα ρευστά κινούμενα όνειρα
σκιές διαλυμένες και ρωγμές
να μπαίνεις ελεύθερα στον κόσμο ή να βγαίνεις
είναι καλό επιχείρημα η ελευθερία
για να ερωτεύεσαι ή να φυγομαχείς
ν’ αφομοιώνεις το σύμπαν ή να λικνίζεσαι
με τις ανταύγειες του νερού που λάμπει
ή ν’ ανγναντεύεις το περιστέρι στο καμπαναριό
       του Αγίου
ν’ αφήνεσαι άβουλα στη βία των ειδήσεων
εσύ που είχες ποθήσει λίγον ύπνο στη δροσιά
       των φίλων
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου      χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
       στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων.
 

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

[44] Μίλτος Σαχτούρης: Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (Κέδρος, 1998)


antnikolis.blogspot.com
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ


Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας
κι η βροχή δεν πέφτει
δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται
δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται
φέτος δεν πήγα εξοχή
του χρόνου όμως θα πάω
                    από την οδό Αναπαύσεως
αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα
αυξήθηκαν οι βενζίνες
προσέχετε τους νεκρούς!
και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.


* * *


Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μέσ’ στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.
 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

[43] Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Διθαλάσσου (Κάρβας, 2012)


www.biblionet.gr
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ


Το πουκάμισο του φιδιού
Στην πληγή της σπασμένης φτερούγας μου
Μέσα στη μοναξιά μου με κατατρώει.

Αυτοί αν έρχονται κοντά μου έρχονται από περιέργεια
Μου τραβούν τα φτερά, δοκιμάζουν τη δύναμή μου
Των άλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών η φυγή.

Τον Μεγάλον Άγγελο ταχύπλοα σκάφη τσάκισαν
Την ώρα που τραβούσε τα δίχτυα μαζί με τους ψαράδες.

Όσοι σωθήκαν πνίγηκαν
Πνίγηκαν στη στεριά
Φορώντας το άσπρο πουκάμισο το μαύρο παντελόνι.
Και κουβαλούν και κουβαλούν τους δίσκους με καφέδες.

Θα έρθει κάποτε η στιγμή
Να ραγίσει αυτή η πλάκα.
 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

[42] Καίη Τσιτσέλη: Το Α & το Ω (Άγρα, 2006)


www.biblionet.gr
[Μετάφραση από τα αγγλικά: Άρης Μπερλής]

[απόσπασμα]


Τα ρούχα που εξαφανίζονται.
Βαρέθηκα να φοράω το ίδιο πουκάμισο και το ίδιο παντελόνι.
Αποφάσισα να διαλέξω διαφορετικό ( !μαγική λέξη )
πουκάμισο και παντελόνι – λαχταρώ μιαν αλλαγή σαν τρελή.
Διάλεξα ένα γαλάζιο ριγέ πουκάμισο
και μπλου τζην, κρέμονται στις κρεμάστρες τους.
Τα κρεμάω με τη σειρά μου στο χερούλι της ντουλάπας
( πολύ κρέμασμα κυκλοφορεί ).
Αυτό γίνεται το απόγευμα, νομίζω ( δεν είμαι βέβαιη ).
Την επόμενη ( ; ) μέρα οι κρεμάστρες με το πουκάμισο
και το παντελόνι δεν είναι εκεί, είναι κρεμασμένες τακτικά
στην ντουλάπα. Ποιος τις έβαλε εκεί;
Πότε; Και αρχίζουμε ξανά το ίδιο βιολί,
μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει. Και μου είναι αδύνατον
να φορέσω αυτό το παντελόνι, αυτό το πουκάμισο,
είμαι κολλημένη στο ίδιο πουκάμισο το ίδιο παντελόνι
με τον ίδιο τρόπο που είμαι κολλημένη
στην ίδια αενάως επαναλαμβανόμενη μέρα.
 

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

[41] Νίκος Φωκάς: Ο μύθος της καθέτου (Κρύσταλλο, 1981)


www.biblionet.gr
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ


Δε μας ακολούθησαν οι καπνοί ως εδώ—
Έδαφος μόνο γι’ αρμυρήθρες. για όστρακα
Και το πόδι του γλάρου πριν ανοίξει φτερούγες
Και φύγει μαλακά,
Προσκαλεσμένος απ’ τη θάλασσα,
Σαν πανί που γέρνει στον άνεμο...

Άλλη ζωή· σωματική κι αυτή μα δίχως ρουχισμό.
Σωματική μα δίχως πόνο.
Ζωή μοναχική, στατική κι ενατενιστική
Όπως αντίκρυ σ’ ένα πίνακα,
Δίχως χορό,
Δίχως προσέγγιση των σωμάτων.

Έτσι αποδεσμευμένη είναι εδώ η ζωή του καθενός,
Σ’ ορθή γωνία με τη σκιά της,
Αναμορφωμένη από την έκρηξη,
Μετά τον αναγκαστικό ρυθμό
Που μετέδινε στο σώμα η μηχανή,
Τη φονική ταχύτητα.

Τουρμπίνες, έμβολα, καντράν, λεβιέδες,
Περιορίστηκαν στην ακτίνα τους,
Έστω και τόσο εκτεταμένη.
Δε μας ακολούθησαν τα μισοκαμένα μέταλλα,
Και οι καπνοί μόνο για λίγο·
Σάμπως το τελευταίο πράμα...

Από τότε δεν γνωρίζουμε παρά
Τον αργό και δυνατό ρυθμό μιας θάλασσας
Σαν το δούπο του αίματος
Έτσι όταν μεταγγίζεται κανονικά,
Ένας ήχος τέλεια μονοσήμαντος:
Ρυθμός που δεν κάνει για χορό,

Έδαφος που δεν κάνει για δράση,
Άμμος χρυσή και βράχια—
Αφηρημένες παραστάσεις,
Μονόλιθοι που πάνω τους οι γλυφές
Δείχνουν με αδρανή ληθαργικότητα
Τη χειμωνιάτικη ενεργητικότητα του κύματος.

                                                             1979


* * *


ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΘΕΑΤΡΟ


Είναι μια περίτεχνη σιδεριά παλιού μπαλκονιού
Από κατεδαφισμένη οικοδομή.
Την ξέχασαν όρθια στη μέση του δρόμου.
Κι ευθύς μόλις την άφησαν συνέβηκε τ’ απροσδόκητο·
Χωρίστηκε ο κόσμος σε δυο μέρη.

Απ’ το δικό μας μέρος του κόσμου
Είναι τ’ αυτοκίνητα, ο καρκίνος, ο μόχθος της ζωής
Η προδοσία, ο θάνατος —η μοίρα μας·
Δραστηριότητα χωρίς δικαίωση, χωρίς καν θεατές
Ή χωρίς συνείδηση ότι υπάρχουν.

Απ’ τ’ άλλο πάλι μέρος της σιδεριάς
Ξανά τ’ αυτοκίνητα, ο καρκίνος
Ο μόχθος της ζωής, η προδοσία, ο θάνατος·
Όμως αισθητικοποιημένα, εικονικά,
Σα με κάποια ποιότητα, σα να βλέπουμε θέατρο.

Τόση μαγεία μα και τόση σημασία
Μπορεί να υπάρχει σ’ ένα χώρισμα, ώστε
Για να γίνει εικονική η πραγματικότητα
Ή πραγματική η εικονικότητα —κατά τη διάθεση—
Απλώς μετακινούμε τη σιδεριά.

                                                               1978
 

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

[40] Κούλα Αδαλόγλου: Δύο ελεγείες και μία ωδή (Τα τραμάκια, 1996)


entefktirio.blogspot.com
[απόσπασμα]


Ο έρωτας είμαι,
όμορος πριν και τώρα διασπασμένος,
βγαίνω απ’ τα όρια
ανατρέπω τις συμφωνίες
χειροκροτώ τη σύγκλιση των σωμάτων

καταδύομαι και αναδύομαι, δεμένος στο μήλο
του Αδάμ,
κορίτσια ταΐζουνε τα περιστέρια, γεννιούνται τα
νέα μικρά ψάρια, σκαλώνω στο ανοιγμένο φτερό
του κύκνου,
διαβαίνω και βαίνω, ακροβατώ στις ξύλινες εξέδρες,
στις ισχνές λεύκες της όχθης, στα διερχόμενα νέφη,
πυροδοτώ τα υγρά μάτια των φαντάρων
τις βυζαντινές μορφές, τους νυχτερινούς
σερβιτόρους.
 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

[39] Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Θόλος (Ερμής, 1989)


www.enet.gr
Τη μέρα που οι ανέξοδοι νεκροί
σηκώθηκαν ψηλά να τους ιδούμε
φανήκανε τα ζώντα ποιήματα
κρυμμένα πίσω από το θάνατό τους.

    1982


* * *


ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα —
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

    Μάης 1979


* * *


ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ


Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ’ αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

     Γενάρης 1983
 

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

[38] Παυλίνα Παμπούδη: Το μαύρο άλμπουμ (Κέδρος, 1999)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ»]



Ο ΠΑΥΛΟΣ


Με παντελόνια ως το γόνατο
Αμήχανος
Σαν να το ξέρει
Πως τώρα που τον βλέπω είναι νεκρός
Νεκρός όχι δεκατριών, μεγάλος
Πενήντα χρόνων και.

Ντρέπεται.
Ντρέπεται, θα ’θελε να φύγει.

Επίσης, μοιάζει λίγο κακιωμένος.
Σαν να το ξέρει
Πως του’ χω πάρει τ’ όνομα.
Πως έπαιξα, παιδί, με τα γυαλάκια
Και τους δοκιμαστικούς σωλήνες του.
Πως κάποια μέρα έσπασα
Τη ζυγαριά κενού αέρος.

Και φταίω εγώ
Που χάθηκε η ύλη του
Οι μνήμες και τα οστά του.


*


Ο ΠΑΥΛΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ
ΤΑ ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΟΥ


Η Έλλη έχει ένα σαστισμένο άσπρο φιόγκο.
Καλοαναθρεμμένη, ντροπαλή.
Χαμογελά με επιφύλαξη· δεν είναι σίγουρη
Πως είναι κει, πως θα ’ναι κάποτε αλλού,
Αν θα ’πρεπε, αν επιτρέπεται.

Ο Αντώνης, δεξιά της, σαν αφηρημένος.
Δεν αναγνωρίζεται. Σα να ’χει ήδη
Περάσει τα χαρακτηριστικά του
Στα δικά μου.

(Εκείνη πάντως τη συγκεκριμένη Κυριακή
– Κυριακή θα ’ταν, τα παιδιά
Φοράνε τα καλά τους –
Μοιάζει σχεδόν απών. Γι αυτό,
Στα χρόνια που έρχονται
Τα πιο πολλά θα γίνουν ερήμην του.)

Στη μέση ο Παύλος
Τους αγκαλιάζει και τους δύο προστατευτικά.
Είναι ο πρώτος.
Πιο ψηλός.
Ψηλός μέχρι τον ουρανό, το μαύρο κάδρο
Του κόβει το κεφάλι και τα πόδια
Κι υπαινίσσεται
Τη νάρκη εκείνη.