Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

[98] Νίκος Δαββέτας: 15 Οκτωβρίου 1960 (Κέδρος, 1999)


www.metaixmio.gr
VII


Δεν αγαπούσε το νερό.
Με κάθε τρόπο αρνιόταν να πλυθεί.

«Μάθε να πλένεσαι», του έλεγαν
«Δεν πλένονται τα πουλιά», έγραφε στα χαρτιά του

δυο ημερών αγόρι θα ’ταν
όταν του στέρεψε η φωνή
και ο δεσπότης – σίγουρος πως το χάναμε –

το βάφτισε στον αέρα.


* * *


XI


Λέξεις τυφλές ακολουθώ που έπλασε η μητέρα μου
να λέω τα πράγματα με τ’ όνομά τους

σε κάθε τους γράμμα όλο σκοντάφτουν

σκοντάφτουν πάνω σε άλλες λέξεις
μπερδεύονται μέσα σε στίχους υπόγειους και υγρούς

αναζητώντας απεγνωσμένα μιαν έξοδο
ομοιοκαταληκτούν με τον πρώτο τυχόντα.

Δύσκολα προσφέρονται για μεγάλες περιγραφές
αγαπούν όμως τα νυχτερινά ταξίδια
παρ’ όλο που είναι τυφλές, βλέπουν πολύ μακριά
και καλύτερα μέσα στο σκοτάδι.

Μια νύχτα θα ταξιδέψουν για χρόνια
θα μπουν σε άλλα ποιήματα
θ’ αλλάξουν δέρμα, χρώμα, μαλλιά

κάποτε θα σε καλέσουν στο νεκροτομείο
θα τραβήξουν το σεντόνι
και δεν θ’ αναγνωρίζεις καμιά

μόνο αν σου δείξουν τα δόντια τους
θυμήσου ένα χρυσό που έλαμπε

κάτω απ’ τη γλώσσα.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

[97] Αντώνης Κολλιντζογιαννάκης: Η οδύνη της πέτρας στην οργή των ανέμων (Σύγχρονη Εποχή, 1996)



ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ


Οι φτωχοί αυτοί κρυώνουν
και μέσα στο όνειρό τους.

Οι φτωχοί τα καλύτερά τους
ρούχα δεν τα ’χουν δει,

τα φορούν όταν έχουν πια πεθάνει.


* * *


Η ΠΟΛΗ


Αχνίζει η πίσσα
και η άσφαλτος καίει.
Ψένει ο ήλιος το ψωμί του
στο τσιμεντένιο τηγάνι.
Αρτυμή οι ρύποι
στων κολασμένων το στόμα.
Η μοσχοβολιά της νύχτας
χάθηκε στο βάθος της μνήμης.
Οξύ το νερό σου
σκάβει την πέτρα.
Ιδρώνουν τα αρχαία ονόματα
στους κουρασμένους δρόμους.
Η πόλη αυτή
δεν είναι δική τους,
πώς να δραπετεύσουν
απ’ του ανθρώπου τη δόξα.
 

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

[96] Δημήτρης Κοσμόπουλος: Πουλιά της νύχτας (Κέδρος, 2005)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΕΓΚΑΥΣΤΙΚΗ»]


ΟΔΟΣ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΚΗΦΙΣΙΑΣ


Πάλι στον ύπνο μου ο Σταμάτης. Σ’ έναν δρόμο όπως η Κη-
φισίας, καταμεσήμερο. Με φώναξε μέσα στο βουητό, από το
απέναντι πεζοδρόμιο. Στέντωρ, ακούστηκε η φωνή του ηχηρή,
όπως πάντα: «Παράφρονα! Περίμενέ με!». Όμως βιαζόμουνα
πολύ και του λέω «γρήγορα, πέρνα, έχω δουλειά». Ήρθε,
υπόπτερος σχεδόν, πετώντας πάνω από τ’ αυτοκίνητα. Κίτρι-
νος ήτανε, τον φίλησα. «Γρήγορα, τρέχα στη μάνα σου, στην
αδελφή σου, νομίζουν ότι σκοτώθηκες, μαλάκα», φώναξα.
Άρχισε ν’ απομακρύνεται αιωρούμενος πάνω απ’ το πεζοδρό-
μιο, γελώντας ζωηρά, κι όπως χανότανε προς την απέναντι
πλευρά, μου απάντησε τρυφερά:
     «Πες τους να μην ανησυχούν, εγώ πάω να βασιλέψω».
     Μαύρο μεσημέρι, ολόπικρον τον είδα πάλι.


*


ΤΟ ΑΛΟΓΟ

                                              στον Μιχάλη Γκανά

Πάλι το γνωστό άλογο, μαύρο και λαμπερό, στο μικρό παρ-
κο απέναντι, την ώρα που, ποιος ξέρει από ποιους συμφωνημέ-
νο, έπαψαν να περνούν, λυσσασμένα κύματα, τ’ αυτοκίνητα.
    Με κοίταξε μασώντας τα πυκνά φύλλα του μεσημεριού και
ένευε με κινήματα περήφανα της κεφαλής του σαν να μου έλε-
γε: «Θυμάσαι;»
    Το χιερότερο είναι ότι έβλεπα μια κατακόκκινη ανοιχτή
πληγή στην αριστερή του παρειά και σταγόνες αίμα να πέ-
φτουν στο ταλαίπωρο χώμα, πάνω σε σκουπίδια και χαρτιά.
    Όμως το παράπονο της υπομονής του παλληκαρίσιο, καυτό
όπως η μεσημεριανή αλκή. Μασώντας αυτά τα αόρατα φύλλα,
μπαίνει στον δρόμο κι αρχίζει να τον διασχίζει αποφασιστικά,
την ώρα που ξεχύνεται, ουρλιάζοντας, η αύρα της αστυνομίας.
    Στα μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατά
τα άλλα, ανέβηκα κι εγώ στο λεωφορείο, με τον υπόλοιπο κό-
σμο· την ώρα που το άλογο σπάραζε κάτω απ’ τους τροχούς
και με το βλέμμα έψελνε την εξόδιο ακολουθία.
    Αύριο, ίσως να το προλάβω.
 

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

[95] Ανδρέας Χατζηθωμάς: Στιγμές (1981)


www.facebook.com
ΣΙΩΠΗ


Η σιωπη
άδειο κοχύλι
– γυμνος ώμος
ενος ναυτίλου.


* * *


ΩΣ ΕΔΩ


Στη σκια του δρεπανιου
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Δένεται κόμπος το αίμα
κι η γνώση ωριμάζει.
Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμου
κάνει τις φλέβες της ανοχης
διάφανες.
Καθρέφτης η σιωπη
κραυγη του πόνου
έγινε κομμάτια.
Η σκιά-σου τώρα
μες στο αίμα
ως εδω ήταν ο ύπνος-σου.


* * *


ΑΘΕΑΤΗ ΔΥΝΑΜΗ


Μέσα σε μια κούπα κρασι
δυο σταγόνες όλες κι όλες
πρόδωσαν το πέταγμα του περιστεριου
αυλη πορεία της ματιας
χωρις διέξοδο προδιαγραφης
προς την αθέατη δύναμη
των κατατρεγμένων
προς τις παλάμες
που κτίζουν τη σκεπη του κόσμου.


* * *


ΤΟ ΧΡΕΟΣ


Κάθε νύκτα το ίδιο χρέος.

Δικαιώνομαι μες στην αγωνία-μου
φορω τη φορεσια του αύριο
ζω καθημερινα το «θαύμα» του καιρού-μου.

Η κραυγη της άρνησης
διαλύει τις ψεύτικες υποσχέσεις
ξίφος στη σάρκα των ενόχων.

Χαράζω συνθήματα με τα νύχια.

Μετα το σκοτάδι
το φως.
Το μακρυνο με το κοντινο
συμπίπτουν.
Ξεθωριάζει η θύμηση
έξω απο τη σκια του χρόνου.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

[94] Αντώνης Δ. Σκιαθάς: Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου (Δελφίνι, 1996)


www.ethnos.gr
[από την ενότητα «Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ»]


Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ

Στο Δημοσθένη Σταυρόπουλο

Εκιότεψα.
Μας σίμωσε η βάρβαρη σκιά.
Το φως πλέον κρεμιέται ανάποδα
ακέραιο
στα λιόδεντρα.

Νυχτοφρουρός
εδώρισα το σώμα μου
κερί
στην έρημο του σύμπαντος.

Στο βάθος,
η πόλις
καιόμενη
με ανοικτά τα πόδια.

Το ορυχείο της
έχασκε
με είσοδο στη θάλασσα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά
που στο λυκόφως
έβγαιναν
ματωμένοι
οι πλανόδιοι μουσικοί.

Ήταν η πρώτη φορά
π’ αφήσανε
τα όργανα σπασμένα στην ακτή
και κολύμπησαν ανοικτά στο πέλαγος
για να προφτάσουν
το κραταιό του θέρος.


* * *


[από την ενότητα «ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ»]


ΙΙ

Ο άσπρος λαιμός της
κλώνος αμυγδαλιάς
την Άνοιξη φέρνει.


*


ΙΙΙ

Στην άνθηση του σώματος·
ορθές, στάζουν
οι ρώγες μέλι.


*


V

Το πλοίο, γλάρος
 όμοιος όπως πετά
στ’ όρος ομίχλη.


*


VIII

Μερικές φορές
παίζοντας τους νεκρούς
τη ζωή ξεχνάμε.


*


Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ


Από μεγάλη απόσταση έφτανε
ο ήχος του θανάτου.
Κάποιος
το πόδι του έσερνε.

Απόγευμα Γενάρη
ο ήχος του κάρρου ύστερα,
το κιβώτιο έσερναν άλογα τρία.

Το κάρρο άδειασε λευκό τις φέτες
του μαρμάρου
και ανθρώπων νέων λάσπη.

Σάπισε, το ξύλινο κάρρο
κατάφορτο με χιόνι,
το ξύλινο πόδι έσερνε
και ο σακάτης βιολιστής
χόρδισε το φεγγάρι.
 

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

[93] Αλεξάνδρα Πλαστήρα: Τόπος για να ζεις (Άγρα, 1999)


www.poetrybookshop.wordpress.com
ΕΚΕΙ


Όλες οι μορφές
που ανασαίνουν
έξω απ’ το δίχτυ

Λύνοντας
τους κόμπους της αγάπης
με τα υγρά τους μάτια

Στέλνουν πίσω τη βάρκα


* * *


ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Συχνά ξεγελάει η βραδύτητα
το βαρύ σύννεφο
Να όμως που ανοίγει
από λέξη σε λέξη
το στενό διάστημα

Δεν κάνει τόσο κρύο
ο πιο βαρύς χειμώνας ήταν άλλος
Μπροστά φεύγει το τέλος
κι αντίθετα στην τάξη
έξω απ’ τον κήπο ανοίγεις
διπλό ρόδο
Της περασμένης ζωής
αμνησίκακο στόμα
 

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

[92] Κώστας Μαυρουδής: Ποιήματα 1971-1972 (Εγνατία, 1979)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΑΝΑΓΩΓΗ 1971»]


ΑΝΑΓΩΓΗ (2)


Σύροντας την κουρτίνα
παύει ο κήπος
και το καθημερινό του δέντρο.
Ξεδιπλώνεται τότε εκθαμβωτικά
στο μικρό δωμάτιο
η άλλη
ιδεώδης εκείνη χλόη
των ποιητών.


*


ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ (6)


Και επειδή ο χρόνος μακρινός
θα υπογράμμιζε οπωσδήποτε το κλίμα
κάποια χρήση τυχαίου ακούσματος
(εφθαρμένου
φασματικού
ασήμαντου ει δυνατόν)
Το κουταλάκι –λόγου χάριν– στο φλιτζάνι
καθώς ετοίμαζαν το πρωινό σ’ άλλο δωμάτιο
και ο ήχος μόλις διεσώθη
από τον έξω θόρυβο των τροχοφόρων.


*


ΟΠΩΣ ΠΛΟΙΟΝ


Είχαν χάρι, ευγένεια και μελαγχολία
οι κινήσεις της.
Όπως πλοίον που εξέρχεται λιμένος
κάπως υπερηφάνως
κάπως εν θλίψει.


* * *


[από την ενότητα «ΝΑΡΘΗΞ 1972»]


Το γέλιο σου χτένισμα του 36
Εδώ είμαι  δακρύζω ένα ταξείδι·
και με διαπερνάς πικρά
εις πείσμα των αμυνομένων στίχων μου.
 

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

[91] Κώστας Χαραλαμπίδης: Καταγραφή (Πορεία, 1977)


www.youtube.com
ΔΡΑΠΕΤΕΣ


Ακίνητοι
Καθόλου φως μέσα στα μάτια
Μας λέγαν πως κατόρθωσαν
να «δραπετέφσουν».
Διψούσανε
Πονούσανε:
Ήταν ανεπανόρθωτα νεκροί.


* * *


ΕΚΤΕΛΕΣΗ


Πρωι-πρωι μας στήσανε
στη μέση της πλατείας·
κι αφου ξεμπέρδεψαν του πόθου τους
τ’ ανόσια καμώματα
εκει κοντα στο σούρουπο
με δροσερο τ’ αέρι να φυσα
μας εκτέλεσαν.
 

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

[90] Δήμης Παπαβασιλείου: Υδροφάντης (Ολκός, 1995)


Γιάννης Βασταρδής
www.imerisia.gr

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ


Θα μπορούσα ν’ αγαπώ το νεαρό ζευγάρι
κατάφρακτο στη στιλπνή μοτοσυκλέτα
αν δεν κουβαλούσα πίσω μου
τα ήρεμα πεύκα της Βάρκιζας
και το χαμένο της θάλασσας φλοίσβο.


* * *


ΤΟ ΒΙΟΛΙ


«Το βιολί αμείλικτο έπαιζε.»
«Το αμείλικτο βιολί έπαιζε.»
Όσοι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά
δεν θα νιώοσυν την απόσταση
ανάμεσα στο δίδω και ενδίδω,
βάλλω και προσβάλλω,
ισχύω και κατισχύω.
Ανάμεσα στην πλαζ και το ελεύθερο κύμα
και σ’ άλλα τέτοια αβυσσαλέα.


* * *


ΚΛΙΣΗ


Συχνά για να πεις τη σωστή φράση
πρέπει νάχεις τη σωστή στάση,
όπως ο ποδοσφαιριστής
αν δεν κλίνει το σώμα σωστά
σουτάρει άουτ
πάνω απ’ των νοημάτων
την οριζόντια δοκό.


* * *


ΕΦΤΑΜΗΝΙΤΗΣ


Ίσως νάχω μειωμένο «υιικό φίλτρο»
γιατί γεννήθηκα εφταμηνίτης.
Το μυστικό δέσιμο μάνας-παιδιού
θα προκύπτει, αισθάνομαι, ante portas
σ’ απέλπιδη προσπάθεια του εμβρύου
απ’ τον παράδεισο να μην εξορισθεί.
 

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

[89] Πέτρος Πολυμένης: Υδατογραφίες (Στιγμή, 1998)


archive.avgi.gr
Σε ρυθμική μονοτονία οι λάμπες από νέον
δρόμοι και καλώδια τυλίξανε γη και ουρανό
με την πλήξη να παραφυλάει
                      στη μιαν άκρη του διαβήτη.
Αναθεωρήσεις οδυνηρές και σωτήριες
—της νεότητας—
ζεσταίνουν τα χέρια μου
πάνω από στιγμές που ακόμη αχνίζουν.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

[88] Χ. Π. Σοφίας: Ελικώνια (Γαβριηλίδης, 1999)


ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ


Έσκαψε πολλές φορές την αττική γη.
Με τα βιβλία στη μασχάλη ξεχάστηκε
πολλές φορές στους ασημένιους δρόμους της.
Άνοιξε με θόρυβο πριν τα φώτα της πόλης
ανάψουν την πόρτα του.
Ο πρίγκηπάς της όμως παγιδευμένος από
το πορτοκαλί της ρημαγμένης ζωής του
δεν την αναγνώρισε.


* * *


ΓΥΝΑΙΚΑ


Το όμορφα χρόνια πέρασαν
το κορίτσι έγινε γυναίκα· έκλεψε
από τη μητέρα της το στηθόδεσμο
Τα όμορφα χρόνια ξανάρθαν·
η μητέρα έκλεψε από την κόρη
της
τον εραστή της.


* * *


ΣΗΜΑΔΙΑ


Μεταμοντέρνα ύπαρξη στον μαγιάτικο
θάλαμο της μεσολάβησης
Ντυμένη στα λευκά γεμάτη οργή
καταστρέφει τη μήτρα της
Κορμιά σκιάχτρα δευτερόλεπτα σιωπής
αποκαθηλώνουν ροκ ήρωες
Διαστάσεις θλιβερής μαγείας
Αχτίνες ζωής χοροπηδούν μνημονεύοντας
τα ακρογιάλια της αθωότητας
Στροφές επικές φανερώνουν τους
δειλούς ποιητές.