Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

[87] Ρήσος Χαραλαμπίδης: Ο μεταξουργός (Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας [Κύπρου], 1988)


www.facebook.com
ΑΦΡΟΔΙΤΗ


Στο γειτονικό
εκλογικό κέντρο
η Αφροδίτη
ψηφίζει
και ρίχνει λευκό
μες στο κοχύλι
μες στ’ άσπρο σεντόνι
στ’ άσπρο μαντίλι
στ’ άσπρο καντήλι
στ’ άσπρο στολίδι
στ’ άσπρο κορμί της
στ’ άσπρο ψωμί
της Παναγίας
και βλέπει πως λείπει
η κάλπη
και η υπογραφή της.


* * *


ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΕΥΑ


Τις κρύες νύχτες
ποδηλατούν
με πανωφόρι, πυτζάμες
και βιασμένα κεφάλια.
Στη σχολή
δεν έμαθαν να μετρούν
μέχρι το δέκα
και τώρα κάνουν έρωτα
σε πάρκα, σε πισίνες,
σε δέντρα, κεραμίδια
και μπαούλα,
μες στις τηλεοράσεις
στα βραδινά τους στέκια
με συντροφιά τη γύμνια του κορμιού τους
κι απόλαυση τη σάρκα της ψυχής τους.
Δε νιώθουν τους ανέμους
που μεστώνουν
στο πλέον χάλκινο κορμί τους
και παίζουν ρόπαλα και ξίφη,
γιατί δεν ξέρουν
να μετρούν
μέχρι το δέκα.
 

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

[86] Μανόλης Πρατικάκης: Το νερό (Μεταίχμιο, 2002)


k-m-autobiographies.blogspot.com
[από την ενότητα «ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ»]


10


Το νερό αλάνθαστα γνωρίζει
το βάρος εκείνου που βυθίζεται.
Με όργανα υψίστης ακριβείας
εκχέει μιαν απίστευτα ακριβή (ως
το πολλοστημόριο) και δίκαιη ποσότητα.
Μια ισόποση έξωση, σαν παραχώρηση
για καθετί βαρύτερο.
(Η Αρχή του ειδκού βάρους ως σύνεση
αυτοφυής. Ως βούληση αυτόφωρη.)

Από πριν γνωρίζει το εκτόπισμα.
Καθρεφτίζει το σώμα του
και το θυμάται.
Θυμήσου:
Είσαι εκείνο που σου επιστρέφει.
Εκείνο που του εμπιστεύτηκες.
Εκείνο που, εκτοπίζοντας, σε υψώνει
και σε κρίνει.


*


17

                                Σκοτεινός θάλαμος

Βυθίζω στα υγρά τ’ αρνητικά σας.
Παγιδεύω την εφήμερη μορφή σας
σε προτρέτα.
Σιωπηλά την εμφανίζω σε χιλιάδες
φωτοκόπιες. Σε αθάνατα φιλμάκια
την αιώνια στιγμή σας.
(Μαθηματικά τι γέννες! Αναπαραγωγή
σχεδόν ηφαιστειώδης.
Ως απρόοπτο ματ
στο θάνατο;)


* * *


[από την ενότητα «ΣΤΑΓΟΝΕΣ»]


48

Διψούμε αυτό που στάζει. Η κάθε βρύση ζητά να
ενωθεί μ’ αυτό που κελαρύζει μέσα μας.


*


83

Ο πάγος: αυτή η ταρίχευση του νερού. Τα φιμωμένα μάτια.
Τα κλεισμένα του φτερά. Ο σφυγμός στην αορτή σταματη-
μένο τρένο σε παγωμένη σήραγγα. Και τα πουλιά σε πολική
εξομοίωση μέσα στο φέρετρο του καταψύκτη. Κι ο παγο-
πώλης διαλαλεί δροσερά θέλγητρα. Με τον μεγάλο γάντζο
του τραβά τα σπίτια μας, τραβά τους ύπνους μας, στην
εποχή των παγετώνων. Προσπαθεί να τραβήξει ολόκληρη
την πόλη στο θάνατο.
 

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

[85] Γιώργος Παναγουλόπουλος: Κεριά θυέλλης (Οδός Πανός, 1999)


www.biblionet.gr
ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ


Έτσι για κάτι καινούριο
θυμήθηκα τον Έκτορα
όταν μαζί απ’ το χαράκωμα κοιτάζαμε
τη δύση του ήλιου

είναι πολλές μέρες που δύει
πίσω από εκείνο τον ευκάλυπτο
– μου είπε –
κι ο ευκάλυπτος κόπηκε
την άλλη μέρα.

Ο Έκτορας σκοτώθηκε
κι εγώ απ’ το χαράκωμα
στη δύση του ήλιου,
σκεφτόμουν ότι το δέντρο εκείνο
θα ήταν ό,τι έπρεπε,
για το Δούρειο Ίππο.


* * *


ΕΠΙΣΚΕΥΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ


Κάποια σκιά μιλάει στο θυροτηλέφωνο
είναι ο δολοφόνος της πολυκατοικίας
άλλωστε κι από κει βλέπει το έργο του,
τις ζημιές και τη σκόνη

ο διαχειριστής όμως είν’ ευγενικός,
την επισκευάζουμε κύριε
σε ακούμε πάντα πάνω μας
να σέρνεις καρέκλες και όνειρα
και τα βήματά σου έγιναν βαριά
γι’ αυτό ζυγίζουν πιο πολύ τα κοινόχρηστα

όμως οι περισσότεροι έχουμε γεράσει,
τα παιδιά μας έφυγαν
τι ζητάς να μάθεις
αφού έχεις χαφιέδες τους καθρέφτες
κι όλα τα ξέρεις
ακόμα ότι και τα κρεβάτια μας
τρίζουν από τις αϋπνίες
κι όχι από έρωτα,

όπως όταν παρέδωσες τα κλειδιά
των αστραφτερών μας διαμερισμάτων.
 

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

[84] Νανά Πλευρίτου: Καλοκαίρια στις Κυκλάδες (1997)


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ


Σημάδεψε με το φακό
Να τον αιχμαλωτίσει
Σ’ εκείνη την ανατασιακή κίνηση
Μες στην αυλή του
Με τους κίονες φαλλούς τριγύρω.
Ένας νεώτερος Απόλλωνας τής έμοιαζε
Θλιμμένος και μόνος ετούτος
Το ίδιο όμως κυριευμένος
Από την υψηλή τέχνη.

Επαναλαμβανόμενες, θαρρώ, οι ιστορίες
Ίδια όπως τότε, ίσως τον δεύτερο
Προ του Χριστού αιώνα
Που σαν ο ευγενικός οικοδεσπότης
Εστάθη σκεπτικός καταμεσής στο αίθριο
Η δούλη η ορφανή απ’ το βορρά
Απόμεινε να τον θωρεί κρυφά
Νιώθοντας απ’ αυτόν παγιδευμένη.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

[83] Αλεξάνδρα Γαλανού: Ανάμεσα στο ζαφειρί και το γήινο (Σμίλη, 1996)


www.facebook.com
ΜΑΥΡΟΑΣΠΡΟ


Από  την οπτική γωνία
μιας θύμησης,
λεπτομέρεια ασήμαντη
σα σφήνα στην καρδιά
η κόγχη μιας φωτογραφίας.
Κάποτε μαυρόασπρη,
κι άλλοτε πάλι, μετά από ώρα
φαντάζει έγχρωμη.
Όσο για τη χρονολογία,
κουράστηκαν τα μάτια
να την ψάχνουν.

Διαχρονική κι επίμονη
παρέμεινε η στιγμή,
στο τέταρτο συρτάρι αριστερά.


* * *


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ


Πρωί.
Τινάζεις τη σκουριά από τα κόκαλα.
Ξυπνάς τ’ άγρυπνο πρόσωπο.
Με βλέφαρο ανοικτό
καθορίζεις το χρώμα της μέρας.
Κάποτε κόκκινο, άλλοτε γκρίζο.
Σήμερα σίγουρα πράσινο.
   — Τους τολμηρούς συνδυασμούς
        κρύβεις στο βάθος του ερμαριού
        για ειδικούς εορτασμούς —
Φοράς μανδύα περιβολής,
βάζεις τα παπούτσια σου ανάποδα
και περνάς το υπόλοιπο της μέρας
προσπαθώντας να περπατήσεις ίσια.
 

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

[82] Αγγελική Σιδηρά: Η όγδοη νότα (Ερμείας, 1995)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «Η ΟΓΔΟΗ ΝΟΤΑ»]


ΠΑΖΛ


Πάντα μου άρεσε το παζλ.
Εξάλλου δεν υπήρχε κι άλλος λόγος
που έσπασα απόψε τον καθρέφτη
Σκόρπισε τώρα η πλήξη μου
σε γυάλινες μικρές λεπίδες
κι εσύ που άλλοτε όργωνες το πρόσωπό μου
τώρα μαζεύτηκες σ’ αυτήν εδώ
την πρόσφατη ρυτίδα και ησυχάζεις
Πιο πέρα απομονωμένη
μια σύσπαση γνωστή κάτω απ’ το βλέφαρο
μοιάζει με ξένη.

Αυτή η διάσπαρτη εικόνα μου
με κάνει να μην ξέρω πώς αισθάνομαι
Σκυμμένη σταθερά για να μη χάνομαι
μαζεύω τα παράταιρα κομμάτια μου
Συναρμολογημένο τώρα το είδωλό μου
μία μορφή αναίμακτη και ραγισμένη
με κοιτάζει ενώ πασχίζω
σταματώντας τις ρευστές εκφράσεις
ν’ ανασυνθέσω τις χαμένες σκέψεις μου
διασκορπισμένη οριστικά
στο τελευταίο μου παιχνίδι.


*


ΧΡΩΜΑΤΑ


Ι.  Λευκό
                  (η διαδρομή)

Πάντα φοβόμουνα το άσπρο χρώμα

Το λευκό κρίνο
που εν αγνοία του
και εν ονόματι της αγνείας του
ασέλγησε
Τις αποστειρωμένες βρεφικές πάνες
να μου φασκιώνουν την ελευθερία
από τότε
Το άψογα κολλαρισμένο γιακαδάκι
παραφωνία στη φθαρμένη σχολική ποδιά
Τα στέφανα του γάμου μας
ισόβια απάρνηση του πάθους
Τ’ ανέραστα της κλίνης μου σεντόνια
Τις άγραφες λυπημένες σελίδες
Το σάβανό μου
που αδυσώπητα λευκό
με περιμένει.


*


ΑΝΟΙΑ


Ι.  Οίκος ευγηρίας


Οι γέροι σηκώνουνε τόση εγκατάλειψη
που γέρνουν
Φοβάμαι όταν πισωδρομούν στην εφηβεία τους
κι εκθέτουν δίχως συστολή
το μυστικό τους σώμα
Φοβάμαι την ανεπαίσθητη σπίθα θριάμβου
που αναδεύει μες στη θλίψη τους
όταν πεθαίνει κάποιος όμοιός τους
Μα πιο πολύ φοβάμαι τη σιωπή τους
Όταν με σφραγισμένα χείλη
κι απλανή ματιά
μοιάζουν να προλογίζουνε
το θάνατό τους.
 

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

[81] Γιώργος Μιχάκης: Η άνοιξη στο πένθος (Νεφέλη, 1993)


[από την ενότητα «Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ»]


ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ


                                                      στη Ρένα, που δεν κατάλαβε

Περνάνε οι μέρες βροχερές
αγκομαχώντας έφτασε το καλοκαίρι

Για μπάνια, πού καιρός...
Το σπίτι ετοιμάζεις όλη μέρα
τα έπιπλα, τους πίνακες, τα βάζα
στη θέση τη σωστή τοποθετείς

Γράμματα αγάπης κρύβεις στα συρτάρια
κάτω από μπλούζες ντεμοντέ
που αμφίβολο αν θα ξαναφορέσεις,
φωτογραφίες σε κιτρινισμένα άλμπουμ
τη μοναξιά του χρώματός τους υπομένουν
και δώρα χαρισμένα προ ετών
στα σκοτεινά κιβώτια ξανακλείνεις

Και θα ’ρθει μόνο κάποτε η στιγμή
που ψαύοντας τα ερείπια της μνήμης
στην αποθήκη την υπόγεια, στα κλεφτά,
θα νιώσεις την αφή της πρώτης νιότης

Όμως κι οι ύπουλες αράχνες θα ’ν’ εκεί
και τρυφερά το δίχτυ τους θα κλώθουν
—μια μεταξένια φυλακή—

άνθρωποι, που ίσως κάτι ακόμα νιώθουν.


* * *


[από την ενότητα «ΜΑ ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΥΝ ΣΗΚΩΣΕ ΤΑ ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ»]


Ι.


Λιβάνια μύριζε το σπίτι

κλάματα εδώ κι εκεί, πνιχτά
μες στα δωμάτια ακούγονταν
σαν τον κακό αέρα

ένα φωτάκι μοναχό να προσπαθεί
του σκοταδιού το απέραντο να σπάσει
δυο μαργαρίτες μες στο βάζο
και σιμά

φωτογραφίες κίτρινες
σαν φοβισμένες


*


ΙΙΙ.


Μια Κυριακή

Το γιορτινό τραπέζι λαμπερό
στρωμένο με τ’ αστραφτερά σερβίτσια
παππούδες και γιαγιάδες στη σειρά
οι θείοι με τα κυριακάτικα από δίπλα
και οι γυναίκες λάγνα στολισμένες

κάτι μισόλογα για τους νεκρούς

παρόντες στα βουρκόνερα της μνήμης

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

[80] Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: Κρυμμένα ποιήματα (επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος, 1993)


annagelopoulou.blogspot.com
ΣΥΓΧΥΣΙΣ


Είν’ η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός
συγκεχυμένη και παράλυτος. Εκτός,
        εκτός αυτής γίνεται η ζωή της.

Και περιμένει την απίθανον ηώ.
Και περιμένω, φθείρομαι, και ανιώ
        κ’ εγώ εντός της ή μαζί της.


[1896]


* * *


Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ


        Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

        Κεφάλαια μεγάλ’ αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρισι
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.


[1897]


* * *


ΤΕΧΝΗΤΑ ΑΝΘΗ


Δεν θέλω τους αληθινούς ναρκίσσους — μηδέ κρίνοι
μ’ αρέσουν, μηδέ ρόδ’ αληθινά.
Τους τετριμμένους, τους κοινούς κήπους κοσμούν. Με δίνει
η σάρκα των πικρία, κούρασι, κι οδύνη —
τα κάλλη των βαρυούμαι τα φθαρτά.

Δώστε με άνθη τεχνητά — οι δόξες του τσινιού και του μετάλλου —
που δεν μαραίνονται και δεν σαπίζουν, με μορφές που δεν γερνούν.
Άνθη των εξαισίων κήπων ενός τόπου άλλου,
που Θεωρίες, και Pυθμοί, και Γνώσεις κατοικούν.

Άνθη αγαπώ από υαλί ή από χρυσό πλασμένα,
της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά·
με χρώματ’ απ’ τα φυσικά πιο εύμορφα βαμμένα,
και με σεντέφι και με σμάλτο δουλευμένα,
με φύλλα και κλωνάρια ιδανικά.

Παίρνουν την χάρι των από σοφή κι αγνότατη Καλαισθησία·
μέσα στα χώματα δεν φύτρωσαν και μες στες λάσπες ρυπαρά.
Εάν δεν έχουν άρωμα, θα χύσουμ’ ευωδία,
θα κάψουμ’ εμπροστά των μύρα αισθηματικά.


[1903]


* * *


ΚΡΥΜΜΕΝΑ


Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να  πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.


(1908)
 

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

[79] Κώστας Αρμεύτης: Ιλιγγιώδης αδράνεια (1993)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «Η ΣΙΩΠΗ»]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ


Το γκαρσόνι θα μαζέψει
τα τελευταία φύλλα των ευκαλύπτων
που πέσαν στην αυλή του καφενείου
και τα κομμάτια σπασμένου ποτηριού.
Κι η δασκάλα του δημοτικού,
που δεν της λείπει ποτέ το συνάχι,
θα πει να κλείσουν τα παράθυρα,
μη μπει μέσα το φθινόπωρο
κι αδειάσει τις γεμάτες κίτρινα φύλλα τσέπες του
στο πάτωμα.


*


ΞΑΦΝΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ


Πώς νιώθει άραγε αυτή
που είχε αγαπηθεί από ένα ποιητή;
Αυτός
                         είναι τώρα σκεφτικός
(διερωτάται) πώς έτσι αναπάντεχα
έχει γίνει άγαλμα
σ’ αυτό το πάρκο
και κάθε καιρός του είναι βολικός.


* * *


[από την ενότητα «ΤΟ ΦΩΣ»]


Μ’ αλαφρύ σφυρί και πρόκα
ο ύπνος
κρεμμάει το κάδρο
και τούτης της ημέρας.