Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

[200] Νικόλας Άσιμος: τέσσερα τραγούδια


leonardo.spidernet.net
ΓΙΟΥΣΟΥΡΟΥΜ


Ήταν οι πόρτες μου δίχως μπαχτσέδες
και μεντεσέδες κρατάνε τη γη
γίναν οι φτέρνες μου σαν τροχαλίες
και στον κουβά τους αράζεις εσύ
αλλάζεις συχνά κάθε τόσο στολή
αλλάζεις οσμή, αλλάζεις σασί
και η ελπίδα μας έχει θαφτεί
σαν τον Ντορή μέσ’ στο παχνί.

Πάγωσε η ψείρα μου και παραπαίουσα
μ’ ένα τικ τακ μου ματώνει τ’ αυτιά
όλα με πρόγραμμα όλα με σχέδιο
πρωτοκολλήσανε τον έρωτα
και θες να πετύχω με μια μπαταριά
χίλια φλουριά, χίλια φλουριά
για να σου χαρίσω μαντάτα καλά
να ’χεις αγάπη μου λεφτά.

Ποντικοφάρμακο για τους μεγάλους
και μουρουνόλαδο για τα παιδιά
κι έπλεξες σώβρακα για τους φαντάρους
και θυσιάστηκες πατριωτικά
σου στέλνω μύνημα μ’ ένα ταμ ταμ
να μαγειρεύεις με βιτάμ
κι ήσουνα γόησα κι έκανες μπαμ
κι εγώ σε ψάχνω στο χαμάμ.

Άδειο το βλέμμα σου, κούφιες οι ώρες μας
στα ενυδρεία σε χώσαν ζωή
συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του
κι η φαντασία μας έχει χαθεί
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
την ξεπουλήσαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ.

Μία διαδήλωση δέκα μικρόφωνα
και τα μεγάφωνα στη διαπασών
χιλιάδες δίποδα με μαγνητόφωνα
κι έχουν λουστεί με την ίδια λοσιόν
ξεπουληθήκαμε στο γιουσουρούμ
για ένα κουστούμ, για ένα κουστούμ
κι ο εαυτούλης σας πέταξε βζούμ
ταρατατατζούμ, ταρατατατζούμ.

Ω εποχή μού θυμίζεις τον Καίσαρα
κι οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν
κι όσο γερνώ μπουσουλώ με τα τέσσερα
τα τροχοφόρα με προσπερνούν
φεύγω να πάω να βρω στο Μπανκόγκ
τον σύντροφό μου τον Κιγκ Κογκ
μέσ’ στο μυαλό μου βαράνε τα γκόγκ
μοιάζω με μπάλα του πιγκ πογκ

Μας εκτελούνε με σφαίρες ντουμ ντουμ
σφαίρες ντουμ ντουμ, σφαίρες ντουμ ντουμ
κι εμείς ξεπουλιόμαστε στο γιουσουρούμ
ταρατατατζούμ για ένα κουστούμ


* * *


ΣΕ ΖΕΛΟΦΑΝ


Σε ζελοφάν τα ομοιόμορφα μυαλά σας περπατάν
Και πολεμάν για να με ψήσουνε πως κι έτσι μ’ αγαπάν
Ιλουστρασιόν οι κοινωνίες των μοντέρνων οικισμών
Σε σουσπανσιόν κοιμάται η σύγχρονη Πυθία των χρησμών

Νά ’ταν να μετακούναγα ολόκληρο πλανήτη
Στις αποθήκες υλικών, θεσμών και σούπερ αγαθών να βάλω δυναμίτη
Νά ’ταν και να πιπίλαγα ξανά το δάχτυλό μου
Σαν τα μικρά μικρά παιδιά – ουά! – που βρέχονται συχνά να βρω τον εαυτό μου

Μισοτιμής σου έχουν κλέψει τη φαρέτρα της ζωής
Κι ότι κι αν πεις δε θα με κάμεις συνεργό υποταγής
Αναλαμπές σ’ ένα χορό που δε φτουράει ο Γκιλγκαμές
Και είμαι οφφ απ’ το κουτί των πειραμάτων του Παυλώφ.

Όσο κι αν με κομμάτιασαν στο διάβα μου με νάρκες
Ωσάν της σαύρας την ουρά συχνά, μιλάω σοβάρα, ανάπλασα τις σάρκες
Κι όσο κι αν με καθήλωσαν να ζω σαν τα σκουπίδια
Η ανθρωπότη δεν μπορεί κι αυτή θα υπονομευθεί από τη γη την ίδια


* * *


ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Είπαμε πως θα καταργήσουμε τα σύνορα είπαμε
είπαμε πως θα διαλύσουμε το κράτος
κι αφήσαμε τους εαυτούς τους ίδιους μας κι αφήσαμε
μες στο γλοιώδικο περίβλημά τους.

Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο
μια βολεμένη και ευφυής δικαιολογία
διατηρούμε την εσώτερη τη βρώμα μας
μ’ επαναστατική φρασεολογία

Τα θλιβερά δε σπάσαν τα καλούπια μας
υποχθονιακές ψυχρές προκαταλήψεις
ύπουλα βράζεις μέσα μας αρρώστεια μας
αγκομαχάς, για δεν το λες να μας αφήσεις

Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο
μια ξοφλημένη και ευφυής δικαιολογία
διατηρούμε την αισχρότερη μιζέρια μας
μ’ επαναστατική φρασεολογία

Δύσκολο μονοπάτι σε τραβήξαμε σε τραβήξαμε
ατέλειωτο και δε σε ξεπερνάμε ατέλειωτο
μας μπόλιασες βουβό μ’ απογοήτευση
κι ίσως ν’ αξίζει μόνο κι ίσως ν’ αξίζει που τολμάμε

Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο
σαν ξεχασμένα να τελειώσουν παραμύθια
παρά τα τόσα όνειρά μας που συντρίφτηκαν
μες στα συντρίμμια ολοκληρώνεσαι αλήθεια

Η επανάσταση αποδείχτηκε ένα όνειρο
διατηρούμε την εσώτερη μιζέρια μας
μ’ επαναστατική φρασεολογία


* * *


VENCEREMOS


Αποκομμένος απ’ όλους κι απ’ όλα
σε μαγεμένη τροχιά
πήρα το δρόμο να φύγω μα ήρθα
τίποτα δε μ’ ακουμπά
στον παράξενό μου χρόνο

Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
να σ’ αγκαλιάσω να μ’ αγκαλιάσεις
να ξεγελιέσαι να ξεγελιέμαι
να σ’ αγαπήσω να μ’ αγαπήσεις
έστω για λίγο για τοσοδούλι
σα ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά
μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά
στων προσώπων μας τις ζάρες

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες
δίχως καβάντζα καμιά
ντύθηκε η μέρα τα γούστα της νύχτας
και η ψυχή μου πηδά
στου απέραντου την ψύχρα

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ όξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης
να σ’ αγκαλιάσω να μ’ αγκαλιάσεις
έστω για λίγο για τοσοδούλι
δρεπανηφόρα άρματα περνάν
στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν
ασυγκίνητο σ’ αφήνει

Σου ξαναδίνω το είναι μου τώρα
θωρακισμένε καιρέ
με μια σκληρή παγερή τρυφεράδα
σε πλησιάζω, μωρέ
μ’ αυταπάτες πια δεν έχω

Ξέρουμε πως είναι ψέμα
μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα
δες θα φτιάχνουμε στιχάκια
να περπατάν σαν καβουράκια
πλάγια κι ακριβά τα χάδια
φως αχνό μες στα σκοτάδια
μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ
στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ
venceremos, venceremos.


Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

[199] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (5/5)


[ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΣΕΡΤΣ]


ΕΠΙΤΑΦΙΟΙ


IX


Στην παλιά πόλη απόλυτη σιωπή.
Γρασίδι φυτρώνει εκείπου δεν υπάρχει θύμηση.
Εμείς που τρώμε θορυβωδώς, κόκκοι της άμμου είμαστε.
Η ιστορία ειπώθηκε.
Δεν ακούγονται πια οι μακρινές οπλές των αλόγων. Το τελευταίο
Φως κατοικίας σβήνει.


*


XIV


Αυτό που τώρα με σκεπάζει, άλλοτε σκέπασμα
Είχε τον γαλάζιο ουρανό.
Αυτό το χώμα που τώρα με πατά, κάποτε εγώ πατούσα.
Χωρίς καλά να ξέρω το γιατί
Το χέρι μου χάραξε εδώ αυτούς τους επιτάφιους.
Ο τελευταίος είμαι της περαστικής ομάδας.
Γι’ αυτό, εκείνος που τα είδε όλα.


* * *


35 ΣΟΝΕΤΑ


XXXV


Εντάξει. Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω. Βαριά η καρδιά μου,
Άφατη λύπη έχω.
(...)
Απέτυχα σε όλα. Καθόλου δε με νοιάζει.
Αλλά γιατί να κλάψω αυτήν εδώ την ώρα,
Όταν η αποτυχία κοινή για όλους είναι;
(...)


José de Almada Negreiros, 1954
(www.wikiart.org)





Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

[198] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (4/5)


[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ»]



poesiafaclube.com
ΠΑΛΙΟ ΣΟΝΕΤΟ


Άκουσε, Νταίζη: όταν πεθάνω θα πρέπει
Να πεις σ’ όλους τους φίλους στο Λονδίνο,
Ακόμα κι αν δε νιώθεις τίποτα, πόσο σε κάνει να υποφέρεις
Ο χαμός μου. Μετά, να πας

Στο Γιορκ, εκεί που διατείνεσαι ότι γεννήθηκες
(Μα δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα διατείνεσαι),
Να πεις σε εκείνο το φτωχό αγόρι,
Που τόσες όμορφες στιγμές μου χάρισε, (Μα δε θα ξέρεις

Φυσικά γι’ αυτό εσύ), α, να του πεις πως πέθανα...
Κι αυτός ακόμη, που νόμισα πως τόσο αγάπησα,
Καμία σημασία δε θα δώσει... Μετά, το νέο πήγαινε

Να πεις σ’ εκείνο το παράξενο κορίτσι, τη Σεσίλια
Που πίστευε πως κάποια μέρα θα γινόμουνα μεγάλος...
Στο διάολο η ζωή και όλοι μαζί της...

                                                             (σ’ ένα πλοίο που πηγαίνει προς την Ανατολή
                                                                                         Δεκέμβρης 1913)


* * *


ΓΡΑΜΜΕΝΟ Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΑΦΗΜΕΝΟ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ


Φθάνω απ’ τα περίχωρα της Μπέχα.
Στο κέντρο της Λισαβόνας πάω.
Δεν κουβαλάω τίποτα και τίποτα δε θα ’βρω.
Αισθάνομαι κιόλας την κούραση γι’ αυτό που δε θα ’βρω.
Κι η νοσταλγία που έχω, ούτε στο χθες ούτε στο αύριο ανήκει.
Γραμμένη αφήνω στο βιβλίο τούτο
Την εικόνα της πεθαμένης ζωγραφιάς μου:
Χόρτο ήμουν, που κανένας δεν ξερίζωσε ποτέ.

                                                                                  25-1-1928


* * *


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

(απόσπασμα)


(...)
Αξιοποίησε το χρόνο!
Αχ, αφήστε με να μην αξιοποιήσω τίποτα!
Ούτε απ’ το χρόνο ούτε απ’ την ύπαρξη,
Ούτε απ’ τις αναμνήσεις του χρόνου ή της ύπαρξης!
Αφήστε με να είμαι ένα φύλλο δέντρου, τρέμοντας στο αεράκι,
Η σκόνη ενός δρόμου αθέλητου ή μοναχικού,
Το συμπτωματικό στάξιμο της βροχής που πια κοπιάζει
Το ίχνος που αφήνουν οι τροχοί στο δρόμο,
Μέχρι να περάσουν άλλοι,
Η σβούρα ενός παιδιού, που πάει να σταματήσει,
Που ταλαντεύεται, με την ίδια κίνηση όπως η γη,
Που δονείται, με την ίδια κίνηση όπως η ψυχή,
Και που πέφτει, όπως πέφτουν οι θεοί
Στο έδαφος του Πεπρωμένου.

                                                                                  11-4-1928


* * *


Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό...
Δεν είχε καθόλου αλλάξει.

Αυτό είναι το πλεονέκτημα
Του να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.
Είμαστε πάντα παιδιά,
Το παρελθόν, που ήταν το παιδί αυτό.

Έβαλα τη μάσκα, την ξανάβγαλα πάλι.
Είναι καλύτερα έτσι
Έτσι, χωρίς μάσκα·
Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
Όπως στης γραμμής το τέλος.

                                                                                  11-8-1934


* * *


ΠΑΤΣΑΣ A LA PORTO


Μία μέρα σ’ ένα εστιατόριο, εκτός χρόνου και τόπου
Μου σερβίρισαν τον έρωτα, πατσάς σαν να ’ταν κρύος.
Μ’ ευγένεια είπα στο μάγειρα
Ότι ζεστό τον προτιμούσα
Γιατί ο πατσάς (φτιαγμένος a la porto) ποτέ κρύος δεν τρώγεται.

Νευρίασαν μαζί μου
Το δίκιο σου ποτέ δεν βρίσκεις, ούτε σ’ εστιατόριο.
Δεν έφαγα, ούτε παράγγειλα τίποτα άλλο, πλήρωσα,
Και αποφάσισα να βγω περίπατο στο δρόμο.

Ποιος ξέρει τι σημαίνει άραγε αυτό;
Δεν ξέρω, και συνέβη σε μένα...

(Ξέρω καλά ότι στα παιδικά χρόνια του καθενός
Υπήρχε ένας κήπος,
Δημόσιος, ιδιωτικός, του γείτονα.
Ξέρω καλά πως το παιχνίδι μας ήταν τότε ο ιδιοκτήτης του
Και πως εκείνη η μελαγχολία στο σήμερα ανήκει.)

Πολύ καλά το ξέρω.
Αλλά αν εγώ έρωτα ζήτησα, γιατί κρύο πατσά μου έφεραν
Φτιαγμένο a la porto;
Το πιάτο αυτό κρύο δεν τρώγεται, κρύο όμως μου το έφεραν.
Παράπονα δεν έκανα, ήτανε όμως κρύο.
Κρύο ποτέ δεν τρώγεται, έφτασε όμως κρύο.
 

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

[197] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (3/5)


nuvem.deviantart.com
[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΡΙΚΑΡΝΤΟ ΡΕΪΣ»]


Χείλη μαβιά απ’ το κρασί
Μέτωπα χλομά κάτω απ’ τα ρόδα.
Γυμνοί, με άσπρα χέρια
Πιασμένα κάτω απ’ το τραπέζι:

Αυτή είναι, Λυδία, η εικόνα
Στη συνείδηση των θεών
Όπου βρισκόμαστε, βουβοί,
Για την αιωνιότητα ζωγραφισμένοι.

Η ζωή,
Όπως οι άνθρωποι τη ζουν,
Γεμίζει με μαύρα σύννεφα σκόνης
Που απ’ τους δρόμους σηκώνεται.

Με το παράδειγμά τους οι θεοί
Συντρέχουν εκείνους μόνο
Που δε γυρεύουν άλλο τίποτα
Παρά ν’ ακολουθήσουν το ποτάμι των πραγμάτων.

                                                                                  29-8-1915


* * *


Αγάπη μου, προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ’ την πατρίδα·
Και πιο πολύ από τη φήμη και την αρετή
Μ’ αρέσουν οι μανόλιες.

Όσο αυτή η περαστική ζωή δε με κουράζει,
Κι εγώ μένω ο ίδιος,
Θα την αφήνω να συνεχίζει να περνά.

Τι σημασία έχει ποιος κερδίζει και ποιος χάνει
Αν τίποτα δεν έχει σημασία για μένα
Και η αυγή πάντα χαράζει;

Κι αν κάθε χρόνο τα φύλλα
Γεννιούνται με την άνοιξη
Και το φθινόπωρο πεθαίνουν;

Τα άλλα πράγματα, που οι άνθρωποι
Προσθέτουν στη ζωή,
Τι στην ψυχή μου πολλαπλασιάζουν;

Τίποτα, εκτός από την επιθυμία της για αδιαφορία
Και τη νωθρή της εμπιστοσύνη
Στη φευγαλέα στιγμή.

                                                                                  1-6-1916


* * *


Ήσυχα περιμένω γι’ αυτό που αγνοώ.
Το μέλλον μου και του κάθε πράγματος το μέλλον.
Στο τέλος, η σιωπή μου μόνο θα υπάρξει, παντού
Εκτός από εκεί που της θάλασσας τα κύματα
Θα ξεπλένουν το τίποτα.

                                                                                  13-12-1933


* * *


Λυδία, μη θέλεις να χτίσεις στο διάστημα
Που μέλλον νομίζεις
Ή υποσχέσεις να δίνεις αύριο στον εαυτό σου.
Τελειώνει σήμερα, χωρίς να περιμένει, η ζωή σου.
Η ζωή σου είσαι συ.
Μην προσδιορίζεσαι, γιατί μέλλον δεν έχεις.
Ποιος ξέρει αν στην κούπα που αδειάζεις
Και στην άλλη που γεμίζεις
Ανάμεσα,
Δεν μπαίνει η άβυσσος, η μοίρα;
(…)


* * *


μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης
 

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

[196] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (2/5)


www.lavanguardia.com
[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ»]


[από την ενότητα «Ο ΒΟΣΚΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ»]


ΧΧΧΙΧ


Πού είναι το μυστήριο των πραγμάτων;
Πού βρίσκεται και δε φανερώνεται
Τουλάχιστον να μας δείξει πως είναι μυστήριο…
Το ποτάμι τι ξέρει γι’ αυτό, το δέντρο τι ξέρει;
Κι εγώ, που τίποτα περισσότερο από αυτά δεν είμαι
Τι ξέρω γι’ αυτό;
Όταν τα πράγματα κοιτάζω κι όταν σκέφτομαι
Τι σκέφτονται οι άνθρωποι γι’ αυτά,
Γελώ σαν ρυάκι που δροσερό κυλά στις πέτρες.

Γιατί το μοναδικό κρυφό νόημα των πραγμάτων
Είναι το ότι νόημα κρυφό δεν έχουνε κανένα.
Απ’ όλα τα όνειρα των ποιητών,
Και απ’ των φιλοσόφων όλες τις σκέψεις,
Απ’ όλα τα παράδοξα, το πιο παράδοξο είναι
Ότι τα πράγματα είναι ακριβώς αυτό που φαίνονται
Και τίποτα να καταλάβεις δεν υπάρχει.

Ναι, είναι αυτό που οι αισθήσεις μου έμαθαν μόνες τους:
Τα πράγματα δεν έχουν όνομα, ύπαρξη μόνο.
Τα πράγματα είναι το μοναδικό κρυφό
Νόημα των πραγμάτων.


*


XLII


Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του.

                                                                                  7-5-1914


* * *


Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα ’θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να τη σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
είναι ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

                                                                                  7-11-1915


* * *


Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.


* * *


μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης