Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

[169] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (5/6)


aforesmos.blogspot.com
[από την ενότητα «ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ (1935-36)»]


ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ


Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο
Με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα
Ολκάδος που συνήντησε τον νεαρό τιτάνα
Με ρίγανη στα χείλη του κι’ ολόκληρη την χώρα
Μέσα στο στήθος του.

Το ρήμα κρουσταλλώθηκε και φέγγει
Κι’ ακόμη τρέχουν τα κορίτσια
Μέσ’ στα πλατυά φουστάνια τους
Στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας
Μέσα σε ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα
Σ’ ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει
Στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια.

Φωνές θερμές γλυκειές παιδίσκες των ερώτων
Πάνω στη γη κ’ επί των χόρτων ή στα φύλλα
Βιβλίου γιομάτου δέντρα πράσινα σαν παραθύρια
Που βλέπουν προς την άνοιξι
Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος
Πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας
Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζώνη
Σφιγμένη δυνατά στη μέση της ημέρας.

Πλατυά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα.



Μελοποιημένο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα:




* * *


ΑΥΞΗΣΙ


Καμιά φορά συμβαίνει να φιλή κανείς
Το χέρι μιας πρωινής ανταύγειας
Στην σιωπή του πανοράματος
Που ακινητεί με στόμα σφραγισμένο
Πριν να ξυπνήσει η πόλις με τα χίλια συντριβάνια
Και τις αδέσμευτες λουόμενες φωνές
Που εκπέμπουν αίφνης στον αιφνίδιον ήλιο
Οι πρωινοί καθαρισταί των δρόμων.

Έτσι λοιπόν οι κόποι μας δεν πήγανε χαμένοι
Σηκώνουνε τους πέπλους των και δείχνουν
Τα δυνατά τους μπράτσα εξογκωμένα
Ν’ απλώνονται προς την καρδιά της πόλεως
Σαν μάγοι της ανατολής και να σηκώνουν
Τα δάχτυλα των κοιμισμένων ένα-ένα
Προς την γιομάτη μυρωδιές αλληλουχία
Των καϊκιών που πλέχουν μέσ’ στους δρόμους
Με θησαυρούς και τρόφιμα
Μεμακρυσμένων τόπων σαν το βλέμμα
Μιας ρεμβαζούσης γυναικός.


* * *


ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ

                                         Στον Λεωνίδα Α.Εμπειρίκο

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι’ αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι’ όπως στο χέρι του η στιλπνή κι’ αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι’ αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.




Ο Ανδρέας Εμπειρίκος διαβάζει τις «Στροφές στροφάλων»:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου