Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

[165] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (1/6)


annagelopoulou.blogspot.com
[από την ενότητα «ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (1934)]


ΚΡΙΟΣ


Της νηφαλίου πομπής τα περιστέρια
Χτυπούν τα ράμφη τους στα γυάλινα ανθογυάλια
Κι’ από τα βήματα των οδηγών
Ανθούν τα κόκκινα λουλούδια των ενόρκων
Για την συσπείρωσι στους θάμνους
Της δεκτικής προδιαθέσεως των κρίνων
Στα βελουδένια γάντια των ανθρακωρύχων
Όταν σκορπούν τα σκύβαλα στους κύκνους.


* * *


ΟΜΒΡΟΣ


Φλοίσβος λεπτός σαν μια κλωστή βελόνας
Φιλεί τα δάχτυλα της οπτασίας
Ενός ανδρός που κατοικεί σε κήπο
Και δρέπει τα φιλιά και τα φυστίκια
Μιας προσφοράς ασύγκριτης
Μιας προσφοράς ερωτικής
Μιας προσφοράς δυο-τρεις φοράς και πάσα μέρα
Πριν φθάσει το κομπόδεμα του χρόνου.


* * *


ΗΧΩ


Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δένδρων
Κ’ ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μέσ’ στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν είτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μέσ’ στο δάσος.


* * *


ΑΦΡΟΣ


Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικούμενης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μέσ’ στον αφρό της θάλασσας.


* * *


ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ


Με την ριπή του άνεμου στα μαλλιά
Της γυναικός που στροβιλίζεται μέσ’ στο σαλόνι
Και παίρνει την ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τόνομά της
Και με τους άνδρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μέσ’ στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.



Μελοποιημένο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα εδώ.


* * *


ΔΙΚΛΕΙΣ


Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξείδια
Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας
Και γέρνουμε ν’ αναπαυθούμε στο κατάστρωμα
Ως που να φθάσουν τα κλαριά των ενυπνίων
Και λυτρωθούμε από τους κόπους της ημέρας
Στην πρασιά της ανευρέσεως
Σιτοβολώνος που διαλέξανε δυο κορασίδες
Για νάρθουν να με συναντήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου