Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

[121] Δημήτρης Κοσμόπουλος: Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι (Ερατώ, 2008)


www.biblionet.gr
ΘΕΜΑ ΑΠΛΟΥΝ


Το σήμερα σέρνει το χθες,
σε δίχτυ από πλεγμένες φλούδες λεύκας.

Νερό τρέχει απ’ το σώμα μου,
πλημμυρίζει τα μάτια.
Αντιγράφει στο δέρμα μου,
τις πτυχές της άμμου.

Όμως εγώ αναζήτησα την δίψα.
Όχι το νερό.

Σε μια σχεδία από κορμούς σημύδας,
από τα καπνισμένα πατερά του πατρικού μου,
το σήμερα γέρνει και ξεψυχά.
Για να συρθεί απ’ το αύριο.

Νερό με γεύση χώματος.
Γεννάει η φωνή μου δάση.
Σε μιαν υδάτινη εικόνα,
σπίτια από ξύλο και φωτιά.

Χριστέ μου.
Φωτερή σαγήνη.


* * *


ΚΥΚΝΕΙΟ


Παληά παραθυρόφυλλα της μνήμης μου κι ανοίγουν.
Χρυσή, σταρένια θάλασσα στο βουλιαγμένο καλοκαίρι.
Η πέτρα και το ξύλο σφιχταγκαλιασμένα. Μέσα μου τοίχοι,
     παραθύρια αλλοτινά.
Φτάνουν χοροί της άνοιξης, με πετροκότσυφα και θαμνο-
      ψάλτες.

Φτάνει ένας τόπος που το χιόνι σπάνια τον αφήνει. Ένας
αέρας να ησυχάσει δεν μπορεί. Παληά του χρόνου μου
παραθυρόφυλλα. Ρουφήχτρες.

Βγαίνω κι αφήνω την ψυχή στα πόδια σου. Όπως
η νύχτα γονατίζει μπρος στον ήλιο.

Νύχτα ρωσίδα, γεωγραφία. Λαβωμένη.
Όμως ο θάνατος γεμάτος ήλιο.


* * *


ЮPЪEBEЦ


Χθες ονειρεύτηκα τον θάνατό μου. Συνήθως στ’ όνειρο, τρέ-
χω σε πεδιάδες, μ’ ένα άλογο του τόπου μου. Όμως χθες
βράδυ είχα πεθάνει όπως ένα αυτοκίνητο εγκαταλειμμένο,
στην αυλή του σπιτιού που μεγάλωσα. Θαμμένος μες στα
σάπια φύλλα.
Στάζει στα άδεια δωμάτια και τα ξύλα τα σιγοτρώει η
νοσταλγία. Μιας βασανιστικής βροχής. Νυχτερίδες παληών
φωνών χτυπιούνται στο ταβάνι, γκρεμίζουν τις αραχνια-
σμένες λάμπες πετρελαίου. Ξεψυχούν στο μεγάλο τραπέζι
από μαόνι.

«Любовъ полная слёз... Любовъ полная слёз...»

Όλο το πρωί τίναζα από τα ρούχα μου χώματα τ’ ουρανού.
Τόσο μπόρεσα.


– ЮPЪEBEЦ: Γιούργεβετς.
– Любовъ полная слёз: (λιουμπόβι πόλναϊα σλιόζ): βουρκωμένη
                                        αγάπη
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου