Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

[158] Γλαύκος Κουμίδης: Περιποιήσεως τιμή (Πουπούξιος, 1995)


ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ


Αυτός που ραβει σακκίδιο ονειρεύεται
πως είναι ο ίδιος ταξιδευτής
για Αμοργό ή κάτι άλλο.
Παίρνει μαζί του
τριάντα γενιές προσκυνητών
το καθρεφτάκι, τις χτενιές
και ραπτικά για την περίπτωση
που χάνει ένα κουμπάκι.
Κατάφορτος ανεβαίνει τα σκαλιά,
την κομισμένη ευπρέπεια, τάμα,
στη Χοζοβιώτισσα αφήνει.
Άδειος τα κατεβαίνει.

Όμως ο άυπνος,
που το σακκίδιο αγοράζει
ξεγυμνωμένος στο κατάστρωμα
το ευτελές φορτίο του
στη θάλασσα πετά.
Φτάνει στη χάρη της απάλαφρος,
γιομάτος τα κατεβαίνει.


* * *


Ο ΑΡΜΟΣΤΗΣ


Αφημένος στην αιώρα του
ο γηραιός αρμοστής ψυχαγωγείται
με σκυλιά, που τα ’μαθε να παίζουν
με γατιά, που χαϊδεύουν τα πουλιά
στις φυλλωσιές του πάρκου.
Τον βασανίζουν όμως οι μνήμες
ζοφερές, των ημερών που κραταιός
διέταζε σιγή
στους χώρους των κουρείων. Τότε,
που σε παροξυσμό σκληρότητας,
επέβαλλε φόρους στ’ ακόλουθα
υγρά: κλάμα, σπέρμα ή κολπικά.
Παθητικά αιωρούμενος αμνηστεύει
απαγορευτικά διατάγματα, ανακαλεί
και ώρες τρυφερότητας, τότε π.χ.
που ντύθηκε υπήκοος κι έπαιξε
πίγκοου στη λέσχη των υπαλλήλων.
Τώρα, χαρά του υπέρτατη στη σχόλη,
η ποίηση των Νεοελλήνων,
που ανακάλυψε απρόσμενα
σε κάποιο ταξίδι αναψυχής.
Προς τούτο, δε, επαναπατρισθείς,
αγόρασε ποδήλατο
με ύστερη επίγνωση του γεγονότος,
πως η αρχή κάθε χρηστής διοίκησης
είναι η ομορφιά της κίνησης
στίλβοντος ποδηλάτου.


* * *


Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ


Μαντατοφόρος υπό κράτηση
σε κήπο, μαργαρίτα
τα χρώματα του μύθου σου
φωτογραφίζω
για λεύκωμα κρυφό
σ’ αναμονή της καταδίκης
μαργαρώ,
σώσε με να χαρείς το άσπρο σου
της αγνοίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου