Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

[69] Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο δρόμος (Τραμ, 1974)


el.wikipedia.org
Θαμπός ο δρόμος την αυγή,
χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος
πνευστών, το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα
αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η
πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χα-
ρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός
που σ’ έναν φράχτη αλαλάζει.

Aμέριμνος ο δρόμος εξακο-
λουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας,
(αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέ-
ριμνος διαβαίνει, και, όσο εντείνεται
το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών
και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει
και πληθαίνει.

Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνά-
μεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους
ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά δια-
δρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προ-
λετάριοι, διαβαίνουν, όλοι υπακούοντας
σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μα-
σκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντας στην
Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινού-
μενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής
λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ’ στη βοή
διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν,
με Kαντιλάκ, με Bέσπες και με κάρα.

O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με
άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα
περνά—Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λον-
δίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε
Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα,
την Σιέρα Mάντρε Oριεντάλ και τις
κορδιλιέρες, μέσ’ από τόπους ιερούς σαν
τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ’
από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα,
όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς
και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την
κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την
διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.

Όμως ο δρόμος, αν και από
παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμε-
ριμνησίας ή της συνήθους συλλογής.
Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα,
φωνές μιας γυναικός, που άνδρες πολ-
λοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή, άλ-
λες φορές, άλλες φωνές —εκείνο το δυσ-
οίωνο παράγγελμα: «Στον τόπο!» που
μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές
των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστρα-
φταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός
στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν, στον
δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έρριχνε
στα χέρια των ληστανταρτών, που φου-
στανέλα λερή φορώντας, έτσι καθώς
προβάλλανε από την μπούκα μιας σπη-
λιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του O-
δυσσέα Aνδρούτσου, σαν να ’ταν ο
τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι τα-
ξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ
Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη —έτσι, κα-
θώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περ-
νώντας μέσ’ απ' την Nταού Πεντέλη,
από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια
δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά
παιδιά της Iνγκλιτέρρας που στην Eλ-
λάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζά-
ρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω,
Eδουάρδε Xέρμπερτ! ω, Bάινερ, ντε
Mπόυλ και Λόυντ!) ώσπου να φθάσουν
σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα
του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη,
για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα
Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό
κριάρια), για λύτρα βασιλικά ή για
σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο χά-
ρος να με πάρη), ενώ ο χειμώνας τέ-
λειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύ-
ριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι,
για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω
Aρβανιτάκη Tάκο! ω Aρβανιτάκη Xρή-
στο! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kα-
ταρραχιά!) για λύτρα βασιλικά ή για
σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού,
στου Δήλεσι τα μέρη.

Kαι ο δρόμος εξακολουθεί με
ανάλογα στοιχεία και από παντού πάν-
τα περνά (Γκραν Kάνιον, Mακροτάντα-
λον, Aκροκεραύνια, Άνδεις), από τις
όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την
Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του
Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη,
ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός,
σκληρότατος παντού, τόσο, που πάν-
τοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πε-
ζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχη-
μάτων, μέσα από πόλεις και χωριά,
βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις
λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του
Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως
που, ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς μη
ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα
εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και
αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξι-
διώται, μια πινακίς με γράμματα χον-
δρά και απλά που γράφει: «Tέρμα εδώ.
Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων».

Tην ίδια στιγμή, όποια και
αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το
τοπείον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά
μ’ ένα Kανάλε Γκράντε — όραμα πάντα
θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός
στερνός — μια τελευταία Bενετιά στις
αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες
περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφό-
ρες), και ένας περάτης γονδολιέρης, ω-
χρός και κάτισχνος μα δυνατός στα
μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φο-
ρά καλεί: «Περάστε, κύριοι, απ’ εδώ.
Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε.»
Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό
που συναντά κανείς στα μάτια των κατα-
δικασμένων, στις ύστατες στιγμές του
βίου των, μπροστά στις κάννες των απο-
σπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά
τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακου-
σθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφα-
δάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι
περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες,
πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.

Kαι ο δρόμος εξακολουθεί,
σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυ-
ρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και
μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η
χώρα, όποιο και αν είναι το τοπείον, κάτω
από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα
βήματα των ποιητών εκείνων, που οι
ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι,
των ποιητών εκείνων, των ακραιφνών
και των αχράντων, καθώς και των αδελ-
φών αυτών Aγίων Πάντων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου