Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

[70] Μίλτος Σαχτούρης: Εκτοπλάσματα (Κέδρος, 1989)


www.potheg.gr
Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου
είναι άδειο
μόνο εγώ υπάρχω
έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο
γιατί ούτε εγώ υπάρχω.


* * *


Η ΑΓΙΑ


Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματι-
      κότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.


* * *


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ


Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’
                                                    τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω-γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
—Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
—Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.


* * *


Η ΑΣΕΜΝΗ ΠΟΛΗ


Η βροχή μάς κάρφωσε πάνω στα τζάμια
άγρια θηριοτροφεία μπροστά μας ξεκαρδίζονται

η άσεμνη πόλη.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου