Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

[146] Διονύσης Σαββόπουλος: Δέκα χρόνια κομμάτια (Lyra, 1975) [μουσικό άλμπουμ]


musicstorytelling.blogspot.com
ΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ (ΑΜΝΗΣΤΙΑ ’64)


Κοράκου χρώμα τα μαλλιά  κι ασπρίσανε
απ’ τη μεριά  της εξορίας γυρίσανε

Το σπίτι αδειανό,  σβησμένη η φωτιά, ο κάμπος πληγή
ο τάφος μικρός, η μάνα δε ζει  κι ένα πουλάκι λαλεί

Είμαστε οι πρώτοι κι ακολουθάνε αναστημένοι χίλιοι νεκροί
νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι, να η φωτιά, να η ζωή

Πατέρας γιος πρώτη φορά φιλήθηκαν
γνώρισε ο κόσμος τ’ άσπρα μαλλιά, θυμήθηκαν

Σπαθίζει τις πίκρες ήλιος λαμπρός, στους δρόμους γιορτή
τραγούδια ανεμίζει πλήθος λαός κι ένα πουλάκι λαλεί

Το σπίτι αδειανό, σβησμένη η φωτιά, ο κάμπος πληγή
ο τάφος μικρός, η μάνα δε ζει κι ένα πουλάκι λαλεί

Είμαστε οι πρώτοι κι ακολουθάνε αναστημένοι χίλιοι νεκροί
νέοι καιροί ξημερώνουνε πάλι, να η φωτιά, να η ζωή


* * *


Η ΠΑΡΑΓΚΑ


Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα
παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα
κι εσύ μιλάς σαν πτώμα

Ο λαός, ο λαός στα πεζοδρόμια
κουλούρια ζητάει και λαχεία
κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία
αιτήσεις για τη Γερμανία

Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες
εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες
η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί
την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει
στα καφενεία μπιλιάρδο, καλαμπούρι και χαρτί
στέκει στο περίπτερο διαβάζει
φυλλάδες με μιάμιση δραχμή

Όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι
είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας
είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας
κι ο χαφιές που μας ακολουθεί.


* * *


Η ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΗ


Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο
πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα
φύγε φύγε όσο έμεινε καιρός
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα
πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός
και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα
το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια

Απ’ όλα τα τραγούδια
αγαπούσα πιο πολύ τα λαϊκά
η ζωή μου έχει αλλάξει
κι έτσι τώρα δε με ζαχαρώνουν πια
το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω
σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό

Όταν πέφτει το σκοτάδι
στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν
την αλήθεια ποιος θα μάθει
ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν
η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά
στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν
και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά
και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου
Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει
τι ζητάς
στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι η θάλασσα βρώμικη και σάπια
μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ
τρομαγμένοι φεύγουν απ’ τη Γερμανία
την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ

Μην κοιτάς τους στρατιώτες
στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί
μου θυμίζουν επεμβάσεις
μου θυμίζουν δυσκολίες γιώτα χι
την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό
που ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
οι γιατροί δε μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του μπάρμπα Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει
κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα του εκατό
ακούς ουρλιάζει
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
κι ο Τσιτσάνης μ’ ένα γιάλα με προγκάρει
αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις
αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά
όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.


* * *


ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ


Κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει
είναι που ονειρεύομαι σαν το Καραγκιόζη
φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες
όμορφα να σήκωνα σαν να ’ταν επιβάτες

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή
ποιο φορείο θα μας κουβαλήσει
βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει σώμα να ψηφίσει

Σαν κουκιά μετρώ τα λόγια του καμπούρη
πίσω απ' το λευκό πανί μέσ’ απ’ το κιβούρι
μα όσο κι αν μετρώ κάτι περισσεύει
τρύπια η αγάπη μας και δεν μας προστατεύει

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή
κόκκινο αυγό ή καρναβάλια
μέσ’ από την κάλπη τη στατιστική
μας κοιτάει ο χάρος και του τρέχουνε τα σάλια

Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες
κάρα σκουπιδιάρικα φεύγουν οι χειμώνες
αν δεν ντρέπεσαι να καθίσεις πίσω
έλα στην παράσταση για να σε γιουχαίσω

Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή
ποια αγάπη τάχα μας φυσάει
βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί
που δεν έχει απόψε πού να πάει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου