Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

[139] Γιάννης Κοντός: Τα απρόοπτα (Κέδρος, 1975)



www.lifo.gr
[από την ενότητα «ΤΟ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ ΖΩΟ»]


ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ 1972


Οι λέξεις κύλησαν από το στόμα.
Σβήσανε μες στο σκοτάδι.

Κοιτάζεις την άλλη μεριά τού σήμερα
και

το άγαλμα του ποιητή σηκώνεται
ζεστό ακόμη, τινάζοντας το χώμα από πάνω του.

Τώρα κατεβαίνει τη Σταδίου
γελώντας δυνατά.

(Οι αρχαιολόγοι – οι τυμβωρύχοι
το ’βαλαν στα πόδια βρίζοντας.)


*


Η ΣΚΑΛΑ


Όπως κατεβαίνεις σκάλα βαθιά
που τρίζει και το σκοτάδι
είναι υγρό και κολλάει πάνω σου.

Άξαφνα
παραπατάς.
Γκρεμίζεσαι.
Γύρω πορτοκάλια, ρολόγια και άλλα
είδη καθημερινής χρήσεως.

Ανάβουν φώτα και φωνές
από διάφορες μνήμες.

Μακριά ακούγεται σειρήνα.

Βέβαια δεν έρχεται κανείς.


* * *



[από την ενότητα «ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ»]


Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΠΡΗ

                                 στον Τάκη Σινόπουλο

Το άλλο δωμάτιο είναι χώρα μακρινή.
Έχει ήλιους, δάση και ποταμόπλοια ευτυχισμένα.
Το άλλο δωμάτιο είναι μια χαράδρα
στο μυαλό μου.
Κάνω να πάω σ’ αυτό και βρίσκομαι εδώ.
Εδώ χωρίς αναπνευστική συσκευή
στριμωγμένος με τα έπιπλα και τα βιβλία.
Το ποτάμι σπάει τις πόρτες
και φέρνει μέσα τους νεκρούς των βαλκανικών πο-
       λέμων.
Άγρια σλάβικα τραγούδια τρομάζουν τα μάτια μου.
Εσύ υπάρχεις βέβαια και κοιμάσαι την άλλη ζωή
       σου
σχεδόν πεθαμένη και πολύ αγαπημένη.
Αεροπλάνα διασχίζουν την οροφή
και ρίχνουν αγγέλους – μαζί πετούν
και τον Γκεβάρα στον κήπο –

Πετάγομαι έξω τρέχοντας και μια αχτίδα ήλιου
με καρατομεί, λες και είμαι ο προδότης.


* * *



[από την ενότητα «ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ»]


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ


Βουτάς τις λέξεις στο μελάνι
και μετά τις καταπίνεις βουβά
– να πάνε στο διάβολο να ησυχάσεις –

Κατεβαίνεις στο πηγάδι.
Ένα κόκκινο άλογο
τρέχει αλαφιασμένο
γυρεύοντας νερό.
Ψηλαφίζεις τη γυναίκα.

Από πάνω ο ουρανός
κοιλιά ψαριού γλιστράει.

Ο χρόνος σπάει τις πόρτες
και βγαίνει σε μεγάλα συμπαγή κομμάτια.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου