Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

[198] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (4/5)


[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ»]



poesiafaclube.com
ΠΑΛΙΟ ΣΟΝΕΤΟ


Άκουσε, Νταίζη: όταν πεθάνω θα πρέπει
Να πεις σ’ όλους τους φίλους στο Λονδίνο,
Ακόμα κι αν δε νιώθεις τίποτα, πόσο σε κάνει να υποφέρεις
Ο χαμός μου. Μετά, να πας

Στο Γιορκ, εκεί που διατείνεσαι ότι γεννήθηκες
(Μα δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα διατείνεσαι),
Να πεις σε εκείνο το φτωχό αγόρι,
Που τόσες όμορφες στιγμές μου χάρισε, (Μα δε θα ξέρεις

Φυσικά γι’ αυτό εσύ), α, να του πεις πως πέθανα...
Κι αυτός ακόμη, που νόμισα πως τόσο αγάπησα,
Καμία σημασία δε θα δώσει... Μετά, το νέο πήγαινε

Να πεις σ’ εκείνο το παράξενο κορίτσι, τη Σεσίλια
Που πίστευε πως κάποια μέρα θα γινόμουνα μεγάλος...
Στο διάολο η ζωή και όλοι μαζί της...

                                                             (σ’ ένα πλοίο που πηγαίνει προς την Ανατολή
                                                                                         Δεκέμβρης 1913)


* * *


ΓΡΑΜΜΕΝΟ Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΑΦΗΜΕΝΟ ΣΕ ΤΑΞΙΔΙ


Φθάνω απ’ τα περίχωρα της Μπέχα.
Στο κέντρο της Λισαβόνας πάω.
Δεν κουβαλάω τίποτα και τίποτα δε θα ’βρω.
Αισθάνομαι κιόλας την κούραση γι’ αυτό που δε θα ’βρω.
Κι η νοσταλγία που έχω, ούτε στο χθες ούτε στο αύριο ανήκει.
Γραμμένη αφήνω στο βιβλίο τούτο
Την εικόνα της πεθαμένης ζωγραφιάς μου:
Χόρτο ήμουν, που κανένας δεν ξερίζωσε ποτέ.

                                                                                  25-1-1928


* * *


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ

(απόσπασμα)


(...)
Αξιοποίησε το χρόνο!
Αχ, αφήστε με να μην αξιοποιήσω τίποτα!
Ούτε απ’ το χρόνο ούτε απ’ την ύπαρξη,
Ούτε απ’ τις αναμνήσεις του χρόνου ή της ύπαρξης!
Αφήστε με να είμαι ένα φύλλο δέντρου, τρέμοντας στο αεράκι,
Η σκόνη ενός δρόμου αθέλητου ή μοναχικού,
Το συμπτωματικό στάξιμο της βροχής που πια κοπιάζει
Το ίχνος που αφήνουν οι τροχοί στο δρόμο,
Μέχρι να περάσουν άλλοι,
Η σβούρα ενός παιδιού, που πάει να σταματήσει,
Που ταλαντεύεται, με την ίδια κίνηση όπως η γη,
Που δονείται, με την ίδια κίνηση όπως η ψυχή,
Και που πέφτει, όπως πέφτουν οι θεοί
Στο έδαφος του Πεπρωμένου.

                                                                                  11-4-1928


* * *


Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό...
Δεν είχε καθόλου αλλάξει.

Αυτό είναι το πλεονέκτημα
Του να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.
Είμαστε πάντα παιδιά,
Το παρελθόν, που ήταν το παιδί αυτό.

Έβαλα τη μάσκα, την ξανάβγαλα πάλι.
Είναι καλύτερα έτσι
Έτσι, χωρίς μάσκα·
Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
Όπως στης γραμμής το τέλος.

                                                                                  11-8-1934


* * *


ΠΑΤΣΑΣ A LA PORTO


Μία μέρα σ’ ένα εστιατόριο, εκτός χρόνου και τόπου
Μου σερβίρισαν τον έρωτα, πατσάς σαν να ’ταν κρύος.
Μ’ ευγένεια είπα στο μάγειρα
Ότι ζεστό τον προτιμούσα
Γιατί ο πατσάς (φτιαγμένος a la porto) ποτέ κρύος δεν τρώγεται.

Νευρίασαν μαζί μου
Το δίκιο σου ποτέ δεν βρίσκεις, ούτε σ’ εστιατόριο.
Δεν έφαγα, ούτε παράγγειλα τίποτα άλλο, πλήρωσα,
Και αποφάσισα να βγω περίπατο στο δρόμο.

Ποιος ξέρει τι σημαίνει άραγε αυτό;
Δεν ξέρω, και συνέβη σε μένα...

(Ξέρω καλά ότι στα παιδικά χρόνια του καθενός
Υπήρχε ένας κήπος,
Δημόσιος, ιδιωτικός, του γείτονα.
Ξέρω καλά πως το παιχνίδι μας ήταν τότε ο ιδιοκτήτης του
Και πως εκείνη η μελαγχολία στο σήμερα ανήκει.)

Πολύ καλά το ξέρω.
Αλλά αν εγώ έρωτα ζήτησα, γιατί κρύο πατσά μου έφεραν
Φτιαγμένο a la porto;
Το πιάτο αυτό κρύο δεν τρώγεται, κρύο όμως μου το έφεραν.
Παράπονα δεν έκανα, ήτανε όμως κρύο.
Κρύο ποτέ δεν τρώγεται, έφτασε όμως κρύο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου