Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

[195] Fernando Pessoa: Ποιήματα (Printa, 2007) (1/5)


[«ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΩΝΥΜΟΥ ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ»]


en.wikipedia.org
ΘΕΟΣ


Μερικές φορές είμαι ο θεός που φέρω μέσα μου
Κι άλλοτε ο θεός, ο πιστός κι ο προσευχόμενος
Κι η φιλντισένια εικόνα
Με το θεό αυτό πάνω της ξεχασμένο.

Μερικές φορές δεν είμαι παρά ένας αθεϊστής
Απέναντι στο θεό αυτόν που είμαι όταν μεγαλύνομαι.
Βλέπω στον εαυτό μου έναν ουρανό ολόκληρο.
Έναν απέραντο και κούφιο ουρανό.

                                                                                     3-6-1913


* * *


Οι θεοί είναι ευτυχείς.
Ζουν την ήρεμη ζωή των ριζών.
Η μοίρα τις επιθυμίες τους δεν τις καταπιέζει
Ή, τις καταπιέζει, αλλά τις εξαγοράζει
Με την αθάνατη ζωή.
Οι θεοί δεν θλίβονται
Εξαιτίας ίσκιων ή άλλων όντων.
Και κάτι επιπλέον: δεν υπάρχουν.

                                                                                     10-7-1920


* * *


Κοιτάζω τη σιωπηλή λίμνη
Που το νερό της η πνοή του αέρα ρυτιδώνει
Μη γνωρίζοντας αν τα επινοώ όλα εγώ
Ή εάν όλα ανίδεα είναι.

Η λίμνη τίποτα δε λέει. Τ’ αεράκι
Σαλεύει, μα δε με αγγίζει.
Δεν ξέρω αν είμαι ευτυχής
Ούτε αν επιθυμώ να είμαι.

Οι ρυτίδες τρεμουλιάζουν, χαμογελούν
Πάνω στα κοιμισμένα νερά.
Γιατί να έχω φτιάξει από όνειρα
Τη μόνη ζωή που έχω;

                                                                                     4-8-1930


* * *


Βρέχει σιγανά και η βροχή είναι βουβή.
Δεν κάνει θόρυβο, πέφτει αργά,
Ο ουρανός κοιμάται. Όταν η ψυχή χηρεύει
Από κάτι που αγνοεί, τι συναίσθημα είναι τυφλό.
Βρέχει. Τον εαυτό μου (αυτό που είμαι) αρνούμαι.

Είναι τόσο ωραίο ν’ ακούς αυτή τη βροχή
(Σύννεφα δεν υπάρχουν) που μοιάζει με βροχή
Αλλά δεν είναι: μόνο ψίθυρος
Που από μόνος του ξεχνιέται λίγο πριν δυναμώσει.

Βρέχει. Τίποτα κέφι δε μου κάνει...

Ο αέρας δε φυσά, ασταθής ο ουρανός μοιάζει.
Βρέχει μακριά και ανεπαίσθητα
Σαν κάτι βέβαιο που ψέματα μας λέει.
Βρέχει. Δε νιώθω τίποτα.

                                                                                     2-10-1933


* * *


Έχω μέσα μου κάτι σαν καταχνιά
Που με πνίγει, αλλά δεν είναι τίποτα.
Νοσταλγία του τίποτα
Ακαθόριστη επιθυμία.

Τυλιγμένος σαν σε ομίχλη
Είμαι απ’ το ίδιο υλικό και βλέπω
Το μακρινό, λαμπρό αστέρι
Από την καύτρα του τσιγάρου πάνω.

Κάπνισα τη ζωή μου. Αβέβαιο

Ό,τι είδα ή διάβασα. Όλος

Ο κόσμος ένα μεγάλο ανοιχτό βιβλίο είναι
Που με χλευάζει σε μιαν άγνωστη γλώσσα.

                                                                                     16-7-1934


* * *


Διαιρώ αυτό που ξέρω.
Προκύπτει αυτό που είμαι
Κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.

Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
Ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.

Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
Ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
Της απαλής, βέβαιης αύρας
Που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

                                                                                     16-7-1934


* * *


ΟΜΙΧΛΗ

Βασιλιάς, νόμος, πόλεμος ή ειρήνη
Κανείς την ύπαρξή του δεν ορίζει.
Αυτή η σκοτεινή λάμψη στο χώμα
Αλίμονο, είναι η Πορτογαλία.
Λάμψη χωρίς φωτιά και φως:
Η πυγολαμπίδα μόνη της λάμπει.

Κανείς δεν ξέρει τι θέλει.
Κανείς δεν ξέρει την ψυχή του
Ούτε κακό ή καλό τι είναι.
(Ποια μακρινή αγωνία εδώ κοντά μας κλαίει;)
Όλα αβέβαια, όλα κοντά στο τέλος τους.
Όλα κομμάτια, ολόκληρο πια τίποτα.

Ω, Πορτογαλία, σήμερα, ομίχλη μόνο είσαι...

Έρχεται η ώρα!

                                                                                     10-12-1928
                                                                                     Valete, Fratres

* * *

μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου