Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

[96] Δημήτρης Κοσμόπουλος: Πουλιά της νύχτας (Κέδρος, 2005)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΕΓΚΑΥΣΤΙΚΗ»]


ΟΔΟΣ, ΠΕΡΙΠΟΥ ΚΗΦΙΣΙΑΣ


Πάλι στον ύπνο μου ο Σταμάτης. Σ’ έναν δρόμο όπως η Κη-
φισίας, καταμεσήμερο. Με φώναξε μέσα στο βουητό, από το
απέναντι πεζοδρόμιο. Στέντωρ, ακούστηκε η φωνή του ηχηρή,
όπως πάντα: «Παράφρονα! Περίμενέ με!». Όμως βιαζόμουνα
πολύ και του λέω «γρήγορα, πέρνα, έχω δουλειά». Ήρθε,
υπόπτερος σχεδόν, πετώντας πάνω από τ’ αυτοκίνητα. Κίτρι-
νος ήτανε, τον φίλησα. «Γρήγορα, τρέχα στη μάνα σου, στην
αδελφή σου, νομίζουν ότι σκοτώθηκες, μαλάκα», φώναξα.
Άρχισε ν’ απομακρύνεται αιωρούμενος πάνω απ’ το πεζοδρό-
μιο, γελώντας ζωηρά, κι όπως χανότανε προς την απέναντι
πλευρά, μου απάντησε τρυφερά:
     «Πες τους να μην ανησυχούν, εγώ πάω να βασιλέψω».
     Μαύρο μεσημέρι, ολόπικρον τον είδα πάλι.


*


ΤΟ ΑΛΟΓΟ

                                              στον Μιχάλη Γκανά

Πάλι το γνωστό άλογο, μαύρο και λαμπερό, στο μικρό παρ-
κο απέναντι, την ώρα που, ποιος ξέρει από ποιους συμφωνημέ-
νο, έπαψαν να περνούν, λυσσασμένα κύματα, τ’ αυτοκίνητα.
    Με κοίταξε μασώντας τα πυκνά φύλλα του μεσημεριού και
ένευε με κινήματα περήφανα της κεφαλής του σαν να μου έλε-
γε: «Θυμάσαι;»
    Το χιερότερο είναι ότι έβλεπα μια κατακόκκινη ανοιχτή
πληγή στην αριστερή του παρειά και σταγόνες αίμα να πέ-
φτουν στο ταλαίπωρο χώμα, πάνω σε σκουπίδια και χαρτιά.
    Όμως το παράπονο της υπομονής του παλληκαρίσιο, καυτό
όπως η μεσημεριανή αλκή. Μασώντας αυτά τα αόρατα φύλλα,
μπαίνει στον δρόμο κι αρχίζει να τον διασχίζει αποφασιστικά,
την ώρα που ξεχύνεται, ουρλιάζοντας, η αύρα της αστυνομίας.
    Στα μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατά
τα άλλα, ανέβηκα κι εγώ στο λεωφορείο, με τον υπόλοιπο κό-
σμο· την ώρα που το άλογο σπάραζε κάτω απ’ τους τροχούς
και με το βλέμμα έψελνε την εξόδιο ακολουθία.
    Αύριο, ίσως να το προλάβω.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου