Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

[94] Αντώνης Δ. Σκιαθάς: Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου (Δελφίνι, 1996)


www.ethnos.gr
[από την ενότητα «Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ»]


Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ

Στο Δημοσθένη Σταυρόπουλο

Εκιότεψα.
Μας σίμωσε η βάρβαρη σκιά.
Το φως πλέον κρεμιέται ανάποδα
ακέραιο
στα λιόδεντρα.

Νυχτοφρουρός
εδώρισα το σώμα μου
κερί
στην έρημο του σύμπαντος.

Στο βάθος,
η πόλις
καιόμενη
με ανοικτά τα πόδια.

Το ορυχείο της
έχασκε
με είσοδο στη θάλασσα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά
που στο λυκόφως
έβγαιναν
ματωμένοι
οι πλανόδιοι μουσικοί.

Ήταν η πρώτη φορά
π’ αφήσανε
τα όργανα σπασμένα στην ακτή
και κολύμπησαν ανοικτά στο πέλαγος
για να προφτάσουν
το κραταιό του θέρος.


* * *


[από την ενότητα «ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ»]


ΙΙ

Ο άσπρος λαιμός της
κλώνος αμυγδαλιάς
την Άνοιξη φέρνει.


*


ΙΙΙ

Στην άνθηση του σώματος·
ορθές, στάζουν
οι ρώγες μέλι.


*


V

Το πλοίο, γλάρος
 όμοιος όπως πετά
στ’ όρος ομίχλη.


*


VIII

Μερικές φορές
παίζοντας τους νεκρούς
τη ζωή ξεχνάμε.


*


Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ


Από μεγάλη απόσταση έφτανε
ο ήχος του θανάτου.
Κάποιος
το πόδι του έσερνε.

Απόγευμα Γενάρη
ο ήχος του κάρρου ύστερα,
το κιβώτιο έσερναν άλογα τρία.

Το κάρρο άδειασε λευκό τις φέτες
του μαρμάρου
και ανθρώπων νέων λάσπη.

Σάπισε, το ξύλινο κάρρο
κατάφορτο με χιόνι,
το ξύλινο πόδι έσερνε
και ο σακάτης βιολιστής
χόρδισε το φεγγάρι.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου