Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

[81] Γιώργος Μιχάκης: Η άνοιξη στο πένθος (Νεφέλη, 1993)


[από την ενότητα «Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ»]


ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΧΝΙΕΤΑΙ


                                                      στη Ρένα, που δεν κατάλαβε

Περνάνε οι μέρες βροχερές
αγκομαχώντας έφτασε το καλοκαίρι

Για μπάνια, πού καιρός...
Το σπίτι ετοιμάζεις όλη μέρα
τα έπιπλα, τους πίνακες, τα βάζα
στη θέση τη σωστή τοποθετείς

Γράμματα αγάπης κρύβεις στα συρτάρια
κάτω από μπλούζες ντεμοντέ
που αμφίβολο αν θα ξαναφορέσεις,
φωτογραφίες σε κιτρινισμένα άλμπουμ
τη μοναξιά του χρώματός τους υπομένουν
και δώρα χαρισμένα προ ετών
στα σκοτεινά κιβώτια ξανακλείνεις

Και θα ’ρθει μόνο κάποτε η στιγμή
που ψαύοντας τα ερείπια της μνήμης
στην αποθήκη την υπόγεια, στα κλεφτά,
θα νιώσεις την αφή της πρώτης νιότης

Όμως κι οι ύπουλες αράχνες θα ’ν’ εκεί
και τρυφερά το δίχτυ τους θα κλώθουν
—μια μεταξένια φυλακή—

άνθρωποι, που ίσως κάτι ακόμα νιώθουν.


* * *


[από την ενότητα «ΜΑ ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΥΝ ΣΗΚΩΣΕ ΤΑ ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ»]


Ι.


Λιβάνια μύριζε το σπίτι

κλάματα εδώ κι εκεί, πνιχτά
μες στα δωμάτια ακούγονταν
σαν τον κακό αέρα

ένα φωτάκι μοναχό να προσπαθεί
του σκοταδιού το απέραντο να σπάσει
δυο μαργαρίτες μες στο βάζο
και σιμά

φωτογραφίες κίτρινες
σαν φοβισμένες


*


ΙΙΙ.


Μια Κυριακή

Το γιορτινό τραπέζι λαμπερό
στρωμένο με τ’ αστραφτερά σερβίτσια
παππούδες και γιαγιάδες στη σειρά
οι θείοι με τα κυριακάτικα από δίπλα
και οι γυναίκες λάγνα στολισμένες

κάτι μισόλογα για τους νεκρούς

παρόντες στα βουρκόνερα της μνήμης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου